- Αυξητική τάση παρουσιάζουν από το 2000 έως το 2025 τα καιρικά επεισόδια με κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις και ανθρώπινες απώλειες στην Ελλάδα, με 633 επεισόδια και 294 ανθρώπινες απώλειες, δηλαδή περίπου 11 απώλειες ετησίως.
- Μεταξύ των δύο 13ετιών της περιόδου, καταγράφεται αύξηση κατά 58% στα επεισόδια με κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις, 35% στα επεισόδια με σοβαρές επιπτώσεις και 72% στις ανθρώπινες απώλειες, υποδηλώνοντας πιο σοβαρά και επιζήμια φαινόμενα.
- Το 2025 ήταν το πρώτο έτος χωρίς ανθρώπινες απώλειες από καιρικά φαινόμενα (εκτός καύσωνα) από το 2000, ενώ τα περισσότερα επεισόδια εντοπίζονται στα αστικά κέντρα λόγω δόμησης, χωρίς όμως αυτά να είναι κατά ανάγκη τα πιο σοβαρά, με σοβαρές επιπτώσεις να προσβάλλουν και περιοχές της περιφέρειας όπως Θεσσαλία, Χαλκιδική και Εύβοια.
- Η βάση δεδομένων HIWE-DB του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών καταγράφει συστηματικά καιρικά επεισόδια με κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις, κατηγοριοποιώντας τα ανάλογα με τη σοβαρότητα και λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις στην κοινωνία και την οικονομία, ακόμα και για μικρότερης εμβέλειας φαινόμενα.
Αύξηση παρουσιάζουν τα ακραία καιρικά φαινόμενα με κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις στην Ελλάδα την περίοδο 2000-2025, σύμφωνα με στοιχεία της μονάδας ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Από τη βάση δεδομένων HIWE-DB (High-impact Weather Events), που ανέπτυξε η ερευνητική ομάδα, προκύπτει ότι καταγράφηκαν 633 επεισόδια με κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις και 294 ανθρώπινες απώλειες, με μέσο όρο περίπου 11 κάθε χρόνο.
Η ειδική Λειτουργική Επιστήμονας στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΕΑΑ και μέλος της ομάδας ΜΕΤΕΟ, Δρ. Κατερίνα Παπαγιαννάκη, δήλωσε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ότι η σύγκριση των δύο 13ετιών (2000-2012 και 2013-2025) δείχνει σαφή αύξηση. «Τα επεισόδια με κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις αυξάνονται κατά 58%, τα επεισόδια με σοβαρές επιπτώσεις κατά 35% και οι ανθρώπινες απώλειες κατά 72%», ανέφερε, υπογραμμίζοντας πως πρόκειται για φαινόμενα με ολοένα σοβαρότερες συνέπειες. Ενδεικτικά, το 2025 είναι το πρώτο έτος χωρίς ανθρώπινες απώλειες από καιρικά φαινόμενα (εκτός καυσώνων) από το 2000.
Όπως επισημαίνει η κ. Παπαγιαννάκη, τα περισσότερα επεισόδια εντοπίζονται στα αστικά κέντρα, λόγω της πυκνής δόμησης. Ωστόσο, περιοχές της περιφέρειας, όπως η Θεσσαλία, η Χαλκιδική και η Εύβοια, έχουν πληγεί από φαινόμενα με πολύ σοβαρές κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις και απώλειες ανθρώπινων ζωών.
Η σημασία της καταγραφής και των δεδομένων
Η ομάδα του ΜΕΤΕΟ καταγράφει συστηματικά από το 2000 τα καιρικά επεισόδια με κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις, κατηγοριοποιώντας τα σε τρία επίπεδα σοβαρότητας. «Δεν καταγράφουμε μόνο τα φαινόμενα, αλλά τις επιπτώσεις τους στην κοινωνία και την οικονομία», εξηγεί η κ. Παπαγιαννάκη, αναφέροντας ζημιές σε υποδομές, κατοικίες, οχήματα και προβλήματα στη λειτουργία βασικών υπηρεσιών.
Η ίδια τονίζει ότι η συστηματική αυτή παρακολούθηση αποτελεί «εργαλείο μνήμης κινδύνου», καθώς επιτρέπει τον εντοπισμό μοτίβων και επαναλαμβανόμενων αδυναμιών. Παράλληλα, συμβάλλει στην κατανόηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων, όπως η σταδιακή υποβάθμιση υποδομών και η αυξανόμενη τρωτότητα περιοχών που πλήττονται επανειλημμένα.
Ανάγκη για ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή
Η κ. Παπαγιαννάκη επισημαίνει ότι η ανθεκτικότητα αποτελεί πλέον κεντρική ανάγκη. «Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η κλιματική αλλαγή εξελίσσεται κοντά στα δυσμενέστερα σενάρια. Σε ένα θερμότερο κλίμα, τα έντονα καιρικά φαινόμενα γίνονται πιο ισχυρά και διαρκούν περισσότερο», σημειώνει, υπογραμμίζοντας τη σημασία της πρόγνωσης, της έγκαιρης προειδοποίησης και της ενημέρωσης των πολιτών.
Η ανθεκτικότητα, όπως αναφέρει, συνδέεται άμεσα με τον τρόπο σχεδιασμού και συντήρησης των υποδομών. Το οδικό δίκτυο, τα έργα απορροής και οι παλιές κατασκευές καθορίζουν το μέγεθος των επιπτώσεων. Η βάση δεδομένων HIWE-DB βοηθά στην τεκμηρίωση αυτής της σχέσης, προσφέροντας πολύτιμα στοιχεία για τον χωρικό και πολεοδομικό σχεδιασμό που εκπονείται σήμερα σε όλη τη χώρα.
Ο ρόλος των αλλαγών στη χρήση γης
Ιδιαίτερη σημασία, σύμφωνα με την κ. Παπαγιαννάκη, έχει ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιείται η γη. Οι αλλαγές χρήσης, με μετατροπή αγροτικών εκτάσεων σε δομημένες περιοχές, συχνά χωρίς επαρκή σχεδιασμό, έχουν συμβάλει στα προβλήματα των τελευταίων δεκαετιών. «Τα επαναλαμβανόμενα και σοβαρά πλημμυρικά φαινόμενα σε περιοχές όπως η Ρόδος συνδέονται άμεσα με τον τρόπο που αναπτύχθηκαν στο παρελθόν», τονίζει.
Η ερευνήτρια καταλήγει ότι ο μελλοντικός σχεδιασμός πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα σημερινά δεδομένα, αλλά και το ιστορικό των καιρικών φαινομένων που έχουν πλήξει κάθε περιοχή, ώστε να ενισχυθεί η προσαρμογή και η ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική κρίση.







