Αν όλη η γεωλογική ιστορία της Γης συμπιεζόταν σε ένα ημερολογιακό έτος, ο σύγχρονος άνθρωπος θα εμφανιζόταν μόλις λίγα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς. Κι όμως, μέσα σε αυτό το απειροελάχιστο χρονικό παράθυρο, η ανθρωπότητα κατάφερε να αποκρυπτογραφήσει σε μεγάλο βαθμό την ίδια της την προέλευση. Παρ’ όλα αυτά, οι επιστήμονες αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι ίσως έχουμε παρεξηγήσει τον ίδιο τον «χρόνο» της εξέλιξης.

Η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου παραμένει το θεμέλιο της σύγχρονης βιολογίας. Τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο, η κατανόησή μας για το πότε ακριβώς εμφανίστηκαν οι πρώτες μορφές σύνθετης ζωής βασίστηκε κυρίως στη λεγόμενη «μοριακή ώρα» – την ιδέα ότι οι γενετικές μεταβολές συσσωρεύονται με σταθερό ρυθμό στον χρόνο. Με βάση αυτό το μοντέλο, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η σύνθετη ζωή εμφανίστηκε περίπου 30 εκατομμύρια χρόνια νωρίτερα από τα πρώτα απολιθώματα που διαθέτουμε.

Το πρόβλημα είναι ότι το αρχείο των απολιθωμάτων δεν επιβεβαιώνει αυτή τη χρονολόγηση. Το παλαιότερο σαφές ίχνος σύνθετης ζωής συνδέεται με έναν σκωληκόμορφο οργανισμό του γένους Treptichnus, ηλικίας περίπου 538 εκατομμυρίων ετών. Το κενό ανάμεσα στις γενετικές εκτιμήσεις και στα απτά απολιθωμένα ευρήματα παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα της εξελικτικής βιολογίας.

Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Systematic Biology έρχεται να αμφισβητήσει την ίδια τη βάση της μοριακής ώρας. Οι ερευνητές Graham Budd από το Uppsala University και Richard Mann από το University of Leeds προτείνουν ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο ονομάζουν «Covariant Evolutionary Tempo». Σύμφωνα με αυτό, η εξέλιξη δεν προχωρά πάντα με τον ίδιο ρυθμό., αλλά μπορεί να επιταχύνεται δραστικά όταν εμφανίζεται ένας μεγάλος και επιτυχημένος οργανισμός.

Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, σε κάθε ιστορική περίοδο – συμπεριλαμβανομένου και του σήμερα – η βιοποικιλότητα κυριαρχείται από λίγες, εξαιρετικά μεγάλες ομάδες οργανισμών. Αυτές οι ομάδες, υποστηρίζουν, χαρακτηρίζονται από «εκρηκτικές» πρώιμες ακτινοβολίες, δηλαδή από πολύ γρήγορη διαφοροποίηση, η οποία συνοδεύεται και από επιταχυνόμενους ρυθμούς γενετικών αλλαγών. Με απλά λόγια, η εξέλιξη πατά γκάζι.

Τη λογική του μοντέλου εξηγεί περαιτέρω ο εξελικτικός βιολόγος Max Telford από το University College London σε άρθρο του στο The Conversation. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα ανθρώπων και χιμπατζήδων, που χωρίζονται εξελικτικά εδώ και περίπου έξι εκατομμύρια χρόνια. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν έξι βασικές γενετικές αλλαγές που τους διαφοροποιούν, η κλασική μοριακή ώρα θα μιλούσε για μία αλλαγή ανά εκατομμύριο χρόνια. Όμως, αν η εξέλιξη επιταχύνθηκε σε κάποια φάση, τότε αυτές οι αλλαγές θα μπορούσαν να συνέβησαν σε πολύ μικρότερο πραγματικό χρόνο.

Αυτό σημαίνει ότι το φαινομενικό «κενό» των 30 εκατομμυρίων ετών ανάμεσα στη γενετική εκτίμηση και στο αρχείο των απολιθωμάτων ίσως δεν είναι κενό, αλλά οφθαλμαπάτη: μια περίοδος εξαιρετικά γρήγορης εξέλιξης που συμπιέστηκε χρονικά. Η ζωή μπορεί να διαφοροποιήθηκε με ρυθμούς που η μέχρι σήμερα θεωρία αδυνατεί να αποτυπώσει.

Όπως τονίζει ο Telford, η ιδέα της «επιταχυνόμενης ώρας» χρειάζεται ακόμη εκτεταμένη δοκιμή. Αν όμως επιβεβαιωθεί, θα μπορούσε να εξηγήσει όχι μόνο την απόκλιση μεταξύ μοριακών δεδομένων και απολιθωμάτων, αλλά και πολλές άλλες ασυνέπειες στην εξελικτική ιστορία της ζωής στη Γη. Και τότε, ίσως χρειαστεί να ξαναγράψουμε –όχι την εξέλιξη καθαυτή– αλλά το πώς μετράμε τον χρόνο της.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.