«Δεν κερδίζεις τρόπαια στο ποδόσφαιρο με παιδιά» είναι η περίφημη ρήση που διατύπωσε ο μύθος της Λίβερπουλ Αλαν Χάνσεν το 1995.

Λίγους μήνες αργότερα τον διέψευσε ο Αλεξ Φέργκιουσον με τους «μπέμπηδές» του, Φιλ και Γκάρι Νέβιλ, Ντέιβιντ Μπέκαμ, Νίκι Μπατ, Ράιαν Γκιγκς, Πολ Σκόουλς, οι οποίοι οδήγησαν τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στην κατάκτηση του νταμπλ. Τρεις δεκαετίες αργότερα τον διέψευσε και ο Γιούργκεν Κλοπ με το δικό του «νηπιαγωγείο», κατακτώντας το Λιγκ Καπ.

Το κοινό με τον Φέργκιουσον

Ο Κλοπ δεν είναι Φέργκι, αλλά πιστεύει στους νέους το ίδιο παθιασμένα όπως και ο Σκωτσέζος.

Στα σχεδόν εννέα χρόνια που βρίσκεται στο Ανφιλντ ο «γιος» του Μέλανος Δρυμού τόλμησε και πέτυχε εκεί που άλλοι δείλιασαν, λόγω της ικανότητάς του να μεταδίδει την πίστη και τον ενθουσιασμό του στους παίκτες.

Χωρίς τους δύο από τους καλύτερους επιθετικούς του, τον Σάλαχ και τον Φιρμίνο, νίκησε με 4-0 την Μπαρτσελόνα στον δρόμο προς την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ το 2019.

Εφτασε ξανά στον τελικό της διοργάνωσης το 2021 έχοντας μοναδικές επιλογές στο κέντρο της άμυνας τους Νατ Φίλιπς και Ρις Γουίλιαμς.

Το αριστούργημά του όμως είναι η νίκη στον τελευταίο τελικό του Λιγκ Καπ επί της Τσέλσι που ξόδεψε πάνω από 1,2 δισ. ευρώ σε μεταγραφές, παίζοντας με 19χρονα άπειρα παιδιά.

Ο Κλοπ επανέλαβε πολλές φορές πως στα σχεδόν είκοσι χρόνια καριέρας του ως προπονητής αυτή η κούπα είναι η πιο ξεχωριστή κι ας θεωρείται η λιγότερο σημαντική σε σχέση με τους τίτλους στην Πρέμιερ Λιγκ, στο Τσάμπιονς Λιγκ και στην Μπουντεσλίγκα.

«Ω Θεέ μου, τι συμβαίνει εδώ; Αυτά που είδα σήμερα είναι τόσο εξαιρετικά που μπορεί να μην ξανασυμβούν. Αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν στο ποδόσφαιρο», έλεγε ο Γερμανός και γελούσε. Στη διάρκεια της παράτασης η Λίβερπουλ έπαιζε με πέντε παίκτες ηλικίας 20 ετών και μικρότερους, βγαλμένους από τις ακαδημίες της, που είχαν απέναντί τους ποδοσφαιριστές που κόστισαν στην Τσέλσι 538 εκατ. ευρώ.

Ο Τζέιντεν Ντανς με το μαλλί αφάνα γεννήθηκε μετά την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ από τη Λίβερπουλ, το 2005. Η μοναδική συμμετοχή του στην πρώτη ομάδα ήταν ένα μόλις λεπτό, τρεις ημέρες νωρίτερα, στο ματς με τη Λούτον για την Πρέμιερ Λιγκ. Στον τελικό αγωνίστηκε για 33 λεπτά ως σέντερ φορ και απείλησε δύο φορές να πετύχει γκολ. «Είναι τρέλα», έλεγε ο Κλοπ βλέποντας τον πιτσιρικά.

Ο Τζέιμς ΜακΚόνελ αντικατέστησε τον ΜακΚάλιστερ, νικητή του τελευταίου Παγκοσμίου Κυπέλλου, για να παίξει αντίπαλος ενός άλλου παγκόσμιου πρωταθλητή, του πανάκριβου Εντσο Φερνάντες.

Ο Μπόμπι Κλαρκ πάτησε το χορτάρι του Γουέμπλεϊ με τη στόφα έμπειρου παίκτη, κι ας είναι μόλις 19 ετών. «Ο Κλοπ σε γεμίζει αυτοπεποίθηση, σου δίνει ελευθερία, πραγματικά σε αφήνει να κάνεις αυτό που θέλεις», έλεγε ο νεαρός περιγράφοντας την εμπειρία του.

Ο Γερμανός έχει έναν μοναδικό τρόπο να μετατρέπει αμούστακα παιδιά σε ατρόμητους πολεμιστές. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το μέλλον του Ντανς, του ΜακΚόνελ, του Κλαρκ γιατί κανείς δεν είναι βέβαιος αν αυτό που έδειξαν οι πιτσιρικάδες στο Γουέμπλεϊ οφείλεται στο «κλοπικό» ντόπινγκ ή στο αυθεντικό τους ταλέντο.

Το βέβαιο είναι πως ο Κλοπ ανήκει στην κατηγορία των προπονητών που δεν αναζητούν δικαιολογίες, όπως οι σπεσιαλίστες του είδους, ο Ζοσέ Μουρίνιο, ο Αντόνιο Κόντε και τελευταία οι Τούχελ και Τεν Χαγκ.

Γι΄αυτόν σημασία δεν έχει το αγωνιστικό πλάνο, η τακτική. «Αλλωστε δεν μπορούσα να εξηγήσω στους παίκτες ποιο ήταν το πλάνο. Τους είπα «πάμε, παιδιά». Κι αυτά άνθισαν». Ο Κλοπ έχει μεταδοτική πίστη στους ανθρώπους και την ικανότητα να τους κάνει να πιστεύουν ο ένας στον άλλο. Εχει τη σπάνια ικανότητα να κερδίζει το πλήθος, μια ομάδα ή ένα άτομο, να μεταδίδει την αστείρευτη ενέργειά του.

Μετά τη λήξη του 90λεπτου έσπευσε να φιλήσει τον τερματοφύλακα της ομάδας του, τον Κοαμίν Κέλεχερ, για τις εντυπωσιακές του αποκρούσεις. Ολοι κατάλαβαν πως μετά απ’ αυτή την ενέργεια του προπονητή του ο Ιρλανδός δεν πρόκειται να δεχόταν γκολ κι ας είχε απέναντί του όλους τους επιθετικούς του κόσμου.