Πρόθυμοι να αλλάξουν τις διατροφικές τους συνήθειες επιλέγοντας τρόφιμα τα οποία επιβαρύνουν λιγότερο το περιβάλλον είναι οι  δυο στους τρεις καταναλωτές  της  Ευρωπαϊκής Ένωσης ανάμεσα τους και οι Έλληνες, με το 60.6% των Ελλήνων μάλιστα  να  συμφωνεί με την παροχή κινήτρων στους αγρότες  για πιο αειφορική παραγωγή τροφίμων. Αυτό είναι το κύριο εύρημα της έρευνας που πραγματοποίησε η Ευρωπαϊκή Οργάνωση Καταναλωτών (BEUC)  μαζί με την ΕΚΠΟΙΖΩ και άλλα  έντεκα   μέλη της σε  ισάριθμες  χώρες της ΕΕ και  παρουσιάζουν σήμερα κατ΄ αποκλειστικότητα  στην Ελλάδα «ΤΑΝΕΑ».

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε,  στο διάστημα μεταξύ Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 2019 από  το  BEUC, (Ευρωπαϊκή Οργάνωση Καταναλωτών),  για να διερευνήσει τις απόψεις  των καταναλωτών για τα αειφόρα τρόφιμα. Όπως προκύπτει οι  καταναλωτές τείνουν να υποτιμούν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των δικών τους διατροφικών συνηθειών, αν και υπάρχει κάποια συνειδητοποίηση σχετικά με τον αντίκτυπο των διατροφικών συνηθειών γενικά. Είναι ενδεικτικό ότι συνολικά, όσον αφορά τα τρόφιμα, οι καταναλωτές θεωρούν  το «βιώσιμο» κυρίως ως συνώνυμο  του φιλικού προς το περιβάλλον (δηλαδή χωρίς ΓΤΟ και φυτοφάρμακα) και τοπικής παραγωγής.

Περισσότεροι από τους μισούς καταναλωτές δηλώνουν ότι οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα έχουν κάποια επιρροή (42,6%) ή πολλή επιρροή (16,6%) στις διατροφικές τους συνήθειες.  Ωστόσο η  τιμή των προϊόντων, η έλλειψη πληροφοριών και η πρόκληση του εντοπισμού βιώσιμων επιλογών τροφίμων καθώς και η περιορισμένη διαθεσιμότητά τους είναι τα κύρια εμπόδια για βιώσιμη διατροφή.

 Λιγότερη σπάταλη και πιο «φιλικά τρόφιμα»

Χαρακτηριστικό είναι ότι τα δύο τρίτα των καταναλωτών  εμφανίζονται πρόθυμοι να αλλάξουν τις διατροφικές τους συνήθειες για περιβαλλοντικούς λόγους, με πολλούς  από αυτούς να  δηλώνουν ότι  θα ήθελαν λιγότερη σπατάλη τροφίμων  στο σπίτι, να αγοράζουν περισσότερα εποχιακά φρούτα και λαχανικά και να τρώνε περισσότερα φυτικά τρόφιμα. Ωστόσο σύμφωνα με την έρευνα  η μείωση της κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων ή η δαπάνη περισσότερων χρημάτων για βιώσιμα παραγόμενα τρόφιμα είναι  κάτι περισσότερο από πρόκληση για τους καταναλωτές.

Ενδεικτικό της  τάσης που διαμορφώνεται είναι  επίσης ότι   περισσότεροι από τους τέσσερις στους δέκα καταναλωτές δηλώνουν ότι είτε έχουν σταματήσει να τρώνε κόκκινο κρέας είτε ότι το έχουν μειώσει λόγω περιβαλλοντικών ανησυχιών.  Όμως παρόλα αυτά με τα επίπεδα κατανάλωσης κόκκινου κρέατος στην ΕΕ να είναι πολύ υψηλότερα από τη συνιστώμενη πρόσληψη για βέλτιστη υγεία του ανθρώπου και του πλανήτη,  και θα πρέπει να καταβληθούν ακόμα  περισσότερες προσπάθειες για την προώθηση της αλλαγής συμπεριφοράς αφού ένας στους τρεις  δηλώνει πως   δεν επιθυμεί να μειώσει την κατανάλωση και να    περιορίσει  στη  διατροφή του το κόκκινο κρέας. Την ίδια ώρα  όμως  πάνω από το ένα τρίτο των καταναλωτών (38,9%)  είναι έτοιμο να  υποστηρίξει κανονισμούς που θα υποχρεώνουν τους αγρότες και τους παραγωγούς τροφίμων να πληρούν πιο αυστηρά πρότυπα βιωσιμότητας ενώ ακόμα περισσότεροι (53%) συμφωνούν ότι πρέπει να δοθούν κίνητρα στους αγρότες (π.χ. μέσω επιδοτήσεων) για να παράγουν τρόφιμα  με πιο βιώσιμο τρόπο.

Ζητούν περισσότερη πληροφόρηση

Σύμφωνα με την έρευνα το βέβαιο είναι  ότι οι  περισσότεροι καταναλωτές (57%) θέλουν οι πληροφορίες βιωσιμότητας να είναι υποχρεωτικές στις ετικέτες τροφίμων αν και η ιδέα της φορολόγησης λιγότερο βιώσιμων τροφίμων δεν είναι πολύ δημοφιλής στους καταναλωτές  με μόνο  ένα στους  τέσσερις  να συμφωνεί ότι τα λιγότερο βιώσιμα τρόφιμα θα πρέπει να φορολογούνται περισσότερο. Τέλος, οι καταναλωτές μέσα από τις απαντήσεις τους στην έρευνα φαίνεται να  αναμένουν από τις κυβερνήσεις τους να αναλάβουν ηγετικό ρόλο στην προώθηση της βιώσιμης παραγωγής και κατανάλωσης τροφίμων ενώ επιθυμούν επίσης την ΕΕ να εμμείνει  στους στόχους που έχει θέσει για τη βιωσιμότητα των τροφίμων, ανεξάρτητα από το αν άλλες χώρες σε όλο τον κόσμο κάνουν το ίδιο ή όχι.

Μάλιστα το 84% όσων συμμετείχαν στην έρευνα  πιστεύει ότι οι εθνικές κυβερνήσεις δεν κάνουν αρκετά  για να ενθαρρύνουν ή να προωθήσουν την βιώσιμη κατανάλωση των τροφίμων, όπως δημόσιες εκστρατείες ενημέρωσης, κίνητρα κλπ. Καθώς η πανδημία COVID-19 άλλαξε και συνεχίζει να αλλάζει  γρήγορα τις διατροφικές  προτιμήσεις και συνήθειες , η έρευνά  - που διενεργήθηκε μερικούς μήνες πριν από το ξέσπασμά της - δείχνει ότι οι καταναλωτές είχαν ήδη  εκφράσει τη διάθεση για πιο βιώσιμες διατροφικές επιλογές.   Αν και είναι δύσκολο να προβλεφθεί πόσο θα διαρκέσουν αυτές οι τάσεις όπως η μαγειρική στο σπίτι ή η αυξημένη ζήτηση για τρόφιμα τοπικής παραγωγής είναι βέβαιο ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και στην ΕΕ θα πρέπει να επενδύσουν στις τάσεις αυτές αξιοποιώντας τες στις περιπτώσεις που μπορούν να  συμβάλλουν σε ένα πιο ανθεκτικό και βιώσιμο σύστημα τροφίμων.

Άλλωστε οι  μεγαλύτερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις των νοικοκυριών της ΕΕ  έχει διαπιστωθεί ότι προκαλούνται από την κατανάλωση τροφίμων, ενώ η θέρμανση των κτιρίων και οι  μετακινήσεις ακολουθούν, κυρίως με την χρήση ιδιωτικού αυτοκινήτου . Όπως δηλώνει η Πρόεδρος της ΕΚΠΟΙΖΩ , του φορέα που συμμετείχε στην Έρευνα από την πλευρά της Ελλάδος,  κυρία  Ελένη Αλευρίτου “ η ανάγκη αλλαγής του τρόπου παραγωγής τροφίμων και όλης της πορείας τους μέχρι την κατανάλωση, είναι κοινά αποδεκτή. Αλλά, χρειάζεται να συμφωνήσουμε με ποιο τρόπο  θα γίνει  αυτός ο μετασχηματισμός.

 

Είναι σημαντικό το ότι τα 2/3 των ευρωπαίων καταναλωτών είναι πρόθυμα  να αλλάξουν τις διατροφικές τους συνήθειες για χάρη του περιβάλλοντος. Η έρευνά μας προσδιόρισε προς  ποια κατεύθυνση επιθυμούν να γίνουν οι αλλαγές. Τώρα, είναι στο χέρι των εθνικών κυβερνήσεων να ενεργήσουν κατάλληλα ώστε να προστατευθεί το περιβάλλον και να ανταποκριθούν στις επιθυμίες των πολιτών τους, εφαρμόζοντας στο ακέραιο την Στρατηγική ‘από το αγρόκτημα στο πιάτο’. Αλλά δεν θα  καταφέρουν  μόνοι τους το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα  αν δεν υπάρξει, συνεργασία όλων των συντελεστών παραγωγής και κατανάλωσης τροφίμων… μόνο ‘έτσι θα διαμορφώσουμε εις το διηνεκές, το μέλλον του γένους των ανθρώπων..”

 Έξι στους δέκα Έλληνες  λένε ναι στην  υποχρεωτική  αναγραφή πληροφοριών αειφορικού χαρακτήρα στην ετικέτα των τροφίμων

Τι δείχνει  όμως η έρευνα  για τους Έλληνες καταναλωτές   σε σχέση με αυτούς των υπολοίπων έντεκα χωρών που συμμετείχαν σε αυτή;  Αναφορικά με τη υποχρεωτική αναγραφή πληροφοριών αειφορικού χαρακτήρα στην ετικέτα των τροφίμων το υψηλότερο ποσοστό  αποδοχής σημειώνεται στην Αυστρία με 68.0%, ενώ και η χώρα μας βρίσκεται αρκετά ψηλά με ποσοστό 61.3%  με το χαμηλότερο ποσοστό εμφανίζει η Ολλανδία, με 43,2%.

Στην Ελλάδα το 40,8% συμφωνεί με την επιβολή αυστηρότερων περιβαλλοντικών προδιαγραφών στους αγρότες με το  υψηλότερο ποσοστό  αποδοχής να  σημειώνεται στην Ιταλία με 54.5% .Στη Σλοβακία   το ποσοστό   είναι στο  39.2% ενώ χαμηλά βρίσκεται  το Βέλγιο και η Ολλανδία με ποσοστά αποδοχής 28.9% και 20.9% αντιστοίχως. Η ευαισθησία των ελλήνων καταναλωτών για την βιωσιμότητα των τροφίμων προκύπτει και από το γεγονός ότι το 60.6% συμφωνεί με την παροχή κινήτρων στους αγρότες  για πιο αειφορική  παραγωγή τροφίμων  , με το   υψηλότερο ποσοστό  αποδοχής  να καταγράφεται  στην Σλοβενία με 63.4% και το χαμηλότερο στην Ολλανδία με 37%.

Διαφωνεί με την υψηλότερη φορολόγηση και επομένως την ακριβότερη τιμή των τροφίμων που επιβαρύνουν περισσότερο το περιβάλλον  το 60.1% των Ελλήνων,  ενώ το χαμηλότερο ποσοστό καταγράφεται στην Ιταλία, με 34,5%. Διαφωνεί επίσης με την απόσυρση από τα ράφια των τροφίμων που επιβαρύνουν περισσότερο το περιβάλλον στην Λιθουανία, το  58.6%  με το χαμηλότερο ποσοστό να παρουσιάζει η  Ιταλία(35.1%),  ενώ στη  Ελλάδα το ποσοστό των διαφωνούντων είναι στο  40,3%.

Αντί κόκκινου κρέατος

Επίσης δέχεται να αντικαταστήσει  την κατανάλωση  κόκκινου κρέατος με φυτικής προέλευσης τρόφιμα, όπως όσπρια, ’ μπιφτέκια’  και άλλα, ελάχιστα επεξεργασμένα ( βραστά, λαδερά, γιαχνί), στην Ιταλία, το 75.1%  ενώ  στην Ελλάδα  το 49.1%  και αρνείται να αντικαταστήσει  την κατανάλωση  κόκκινου κρέατος ως εναλλακτική πηγή πρωτεϊνών με όπως έντομα και παράγωγά τους (στην Ελλάδα  το   85,7%  και στην Ιταλία το 65.5% ), με κρέας παρασκευασμένο στο εργαστήριο - από καλλιέργεια κυττάρων(το υψηλότερο ποσοστό άρνησης σημειώνεται στην Σλοβακία, με 79,3% και το χαμηλότερο στην Ολλανδία, με 54,2%.

 

Στην Ελλάδα είναι 74,5%), με φυτικά υποκατάστατα κρέατος, παρασκευασμένα μόνο από συστατικά που δεν περιέχουν Γενετικά Τροποποιημένους Οργανισμούς ( υψηλότερο ποσοστό  άρνησης σημειώνεται στην Σλοβακία, με 55.7% και το χαμηλότερο στην Πορτογαλία, με 27%, ενώ  Ελλάδα είναι 42.5%), με φυτικά υποκατάστατα του κρέατος, παρασκευασμένα  από συστατικά που  περιέχουν Γενετικά Τροποποιημένους Οργανισμούς (το υψηλότερο ποσοστό  άρνησης σημειώνεται στην Ελλάδα με 82.3% ενώ το χαμηλότερο στην Ολλανδία, με 54.4%)Τέλος διαφωνεί με την άποψη ότι η   Ευρωπαϊκή  Ένωση δεν θα έπρεπε να είναι πιο ενεργητική όσον αφορά τις βιώσιμες πολιτικές για τα τρόφιμα, εκτός εάν άλλες χώρες, όπως η Κίνα ή οι ΗΠΑ κάνουν το ίδιο, στην Γερμανία  το  64.1%  ενώ Ολλανδία με 41.1%. Στην χώρα μας το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται στο  57.8%.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 11 χώρες   (Αυστρία, Βέλγιο, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία,  Λιθουανία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σλοβακία,  Σλοβενία)  τον Οκτώβριο-Νοέμβριο 2019 από 12 οργανώσεις καταναλωτών  με συντονισμό του BEUC:   Επιμελητήριο Εργασίας-Αυστρία,  Test Achats/Test Aankoop-Βέλγιο, vzbv-Γερμανία, ΕΚΠΟΙΖΩ και ΚΕΠΚΑ-Ελλάδα, Altroconsumo- Ιταλία, OCU-Ισπανία Lietuvos vartotojų organizacijų aljansas-Λιθουανία), Consumentenbond- Ολλανδία, DECO-Πορτογαλία,Spoločnosti ochrany spotrebiteľov-Σλοβακία, Zveza Potrošnikov Slovenije-Σλοβενία). Διενεργήθηκε διαδικτυακά τον Οκτώβριο-Νοέμβριο 2019 από εξειδικευμένη εταιρεία σε πάνω από 11.000 καταναλωτές ( 903 στην Ελλάδα, 465 άνδρες, 438 γυναίκες), ηλικίας 18-74 ετών και  στους στόχους της ήταν να διερευνήσει τις  αντιλήψεις , προτιμήσεις  αλλά και τις προσδοκίες των καταναλωτών ως προς την βιώσιμη κατανάλωση τροφίμων, τα εμπόδια που συναντούν, τα μέτρα που νομίζουν ότι πρέπει να ληφθούν προκειμένου να καταστεί ευκολότερη η επιλογή τροφίμων που επιβαρύνουν λιγότερο το περιβάλλον

Η έρευνα είναι διαθέσιμη την ηλεκτρονική διεύθυνσηhttp://www.beuc.eu/publications/beuc-x-2020-042_consumers_and_the_transition_to_sustainable_food.pdf