Η πρόσφατη εκδοχή των «Ορνίθων» του Αριστοφάνη, διά χειρός Νίκου Καραθάνου στην Επίδαυρο, επικαιροποίησε μια συζήτηση: έχει όρια η μετασκευή ενός κλασικού έργου ή καλώς να δεχθούμε την οποιαδήποτε ανάγνωσή του; Η αφορμή ήταν και είναι η γενική παραδοχή πως ο εν λόγω ταλαντούχος σκηνοθέτης χρησιμοποίησε απλώς ως πρόφαση το αριστοφάνειο αριστούργημα για να εγκιβωτίσει τα δικά του ερεθίσματα. Σε μια διασκευή μάλιστα που απλώς προσομοίωνε το αρχαίο θέατρο στο play room του δημιουργού και των ασκημένων και εξαιρετικών - είναι η αλήθεια - ηθοποιών του.
Θα χρειαστούν εδώ ορισμένες παρατηρήσεις. Η συζήτηση, παρότι με μια πρώτη προσέγγιση μοιάζει να αφορά απλώς το θέατρο, έχει ευρύτερες επιδράσεις και συμπεριλήψεις. Ακουμπάει στη μόνιμη αισθητική διαίρεση πως τα τοτέμ δεν τα αγγίζεις παρά μόνο όταν έχεις κάτι να ανανεώσεις ή να ενθυλακώσεις από τον καιρό σου.
Η σύγκριση, πάλι, καραθάνειων «Ορνίθων» και «Ορνίθων» Καρόλου Κουν ήταν αναπόφευκτη αλλά και κάπως προβληματική. Για παράδειγμα, αυτοί που την έκαναν καλώς την έκαναν, αφού και αυτή η θρυλική πρώτη σε απόδοση Βασίλη Ρώτα (1959) ήταν για την εποχή της ένα εγχείρημα επίσης μετασκευής. Και τότε η πρόσληψη δεν έγινε δίχως αντιδράσεις αλλά η διαχρονία εκείνης της στιγμής και των αναβιώσεών της έδωσε την απάντηση. Βοήθησε βεβαίως και η μουσική του Χατζιδάκι.
Το επιχείρημα, πάλι, πως πολλοί από εμάς δεν ζήσαμε εκείνη την παράσταση και άρα πώς συγκρίνουμε, είναι αδύναμο, αφού θα ίσχυε για κάθε προφορική παράδοση που δεν προϋποθέτει τον αυτόπτη ή αυτήκοο μάρτυρά της.
Η κάθε παράσταση όμως γίνεται στον τόπο και τον χρόνο της. Αλλες διαιρέσεις εκκρεμούσαν στην κοινωνία του '60, άλλες στην Ελλάδα του 2016. Οχι τυχαία, το αφήγημα Καραθάνου ομοίαζε περισσότερο με τους πολλαπλούς φακέλους που ανοίγουμε όταν καθόμαστε μπροστά στο PC. Εντιμη και απόλυτα ευθεία η αντιστοίχιση του εγχειρήματος με τη θραυσματική εποχή. Αν δεχθούμε πως η τέχνη απλώς απεικονίζει.    
Τα ερωτήματα αναπόφευκτα: τι θα γεννήσει τον Κουν τού σήμερα; Τι θα φέρει την τομή ή τη ρηγμάτωση στο πώς αντιλαμβανόμαστε τα δεδομένα; Και αυτό θα είναι το αποτέλεσμα συλλογικότητας ή μοναχικής επίδοσης;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με ευκολία. Η εποχή είναι στα κάτω της και στην πολιτική και στην τέχνη και στον δημόσιο λόγο. Οι ίδιες οι φόρμες που θα διευκόλυναν τη νέα γραμματική απλώς έσπασαν αλλά δεν έφεραν κάτι νέο. Ακόμη και οι διάφορες μεταμοντέρνες μιμήσεις είναι πολύ παλιές. Ο Γιάννης Μαρκόπουλος ή ο Μαμαγκάκης είναι πιο φρέσκοι από τους σημερινούς χίπστερ τραγουδοποιούς.
Οι νέες ουτοπίες, Νεφελοκοκκυγίες, θέλουν κόστος και αφοσίωση.