Σήμερα στην πολιτική ζωή της χώρας ακούμε συνεχώς για την ανάγκη να διατυπωθεί ένα νέο αφήγημα. Γνώμη μου είναι πως αυτό είναι από τη μία πλευρά σωστό –χρειάζεται, ακούγοντας μια ιστορία, να καταλάβουμε και να πειστούμε για το τι μας συμβαίνει –αλλά από την άλλη υπάρχουν προβλήματα. Τι ζητούν όσοι μιλούν για την ανάγκη να υπάρξει ένα νέο αφήγημα ή αφήγηση, όσοι αναζητούν ένα όραμα για να βγούμε από την κρίση; Δεν θέλουν απλώς ένα σύνθημα, δεν θέλουν αδήριτες επιταγές της λογικής, τον κοντόφθαλμο κατακερματισμό της τακτικής, μια ηττημένη υποταγή στις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Θέλουν κάτι πιο εκτεταμένο, ίσως υψηλό, κάτι με εσωτερική συνοχή που μπορεί συγχρόνως να μας συνέχει, κάτι που μπορεί να χτίσει και να εκφράσει αισθήματα.

Η στροφή στην αφήγηση (narrative) ενέχει μια ειρωνεία. Συνδεδεμένη με τη μυθοπλασία, το μυθιστόρημα και τις μεγάλες θεωρίες, η αφήγηση απαξιώθηκε, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές στους επιμέρους κλάδους, ως επιφανειακή και παραπλανητική για να αναδειχθεί η σημασία των δομών και των επιστημονικών τεκμηρίων. Οταν όμως διαπιστώθηκαν τα όρια και οι ανεπάρκειες του επιστημονικού λόγου, η αφήγηση επανέκαμψε πρώτα στη θεωρία της λογοτεχνίας και στη συνέχεια σε κάθε κλάδο του επιστητού, ακόμη και στους βράχους του ορθολογισμού, τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία (όπου ορισμένοι υποστηρίζουν ότι και ο εαυτός μας, η προσωπική μας ταυτότητα δεν είναι παρά μία αφήγηση, ένα εφεύρημα, που συνδέει διακεκομμένα επεισόδια της ζωής). Η αφήγηση δεν είναι πλέον παραδοσιακή αλλά μεταμοντέρνα (παρά τις αντιρρήσεις του Lyotard που έβλεπε στον μεταμοντερνισμό την «κρίση των [μεγάλων] αφηγήσεων»). Η ειρωνεία είναι λοιπόν ότι εγκαταλείψαμε την παραμυθία της παραδοσιακής αφήγησης και σήμερα, από άλλους δρόμους, την αναζητούμε για να δώσουμε νόημα σε ένα κατακερματισμένο, συγκεχυμένο και βουβό τοπίο.

Αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε επίσης τη σημασία της ρητορικής, όχι κατ’ ανάγκην με την έννοια της δημαγωγίας, αλλά με την έννοια του μέσου που συλλαμβάνει τον καιρό, και καταφέρνει να πείσει. Εχουμε έτσι πολλές ανατροπές. Υπέρμαχοι της λογικής προσεταιρίζονται την αφήγηση και τη ρητορική. Αυτό είναι σημαντικό γιατί διαλύονται ρασιοναλιστικές αυταπάτες και στον χώρο της πολιτικής. Οτι μπορούμε δηλαδή με ένα αφηρημένο σχέδιο να δράσουμε και να επιτύχουμε πολιτικά. Υπάρχουν, ωστόσο, προβλήματα. Τόσο η αφήγηση όσο και το όραμα έχουν έναν φορέα, τον αφηγητή και τον οραματιστή. Παρότι μεταμοντέρνα, η εικόνα είναι αρχετυπική: ο ηγέτης που εμπνέει και κινητοποιεί τον λαό του για να τον οδηγήσει φωτισμένα σε ένα λαμπρό αύριο.

Δεν μας λείπουν, κατά τη γνώμη μου, μεσσιανικά οράματα και παρηγορητικές αφηγήσεις που μάλλον θέτουν τους πολίτες σε κατάσταση παθητική. Μας λείπουν στόχοι που δεν θα έρχονται από ένα εξιδανικευμένο μέλλον αλλά από το τραχύ παρόν. Θέλουμε να μη χάνονται τα χρήματα που μαζεύουμε ως κράτος, θέλουμε δουλειές, υπηρεσίες φιλικές προς τον πολίτη, σοβαρότητα και αξιοκρατία στη διοίκηση, νόμους και κανόνες για όλους, παιδεία για να μπορούμε να συζητάμε και να καταλαβαινόμαστε, ανοιχτούς ορίζοντες στον κόσμο, αλληλεγγύη. Οι στόχοι αυτοί για να μην είναι κενά συνθήματα απαιτούν πρακτικές λύσεις προς τις οποίες δείχνει η σκληρή πραγματικότητα. Οι πρακτικές λύσεις είναι αυτές που θα συγκεντρώσουν την προσοχή και θα κινητοποιήσουν χτίζοντας ένα συλλογικό εμείς. Οι μεταρρυθμίσεις, στην κατάσταση που βρισκόμαστε, πείθουν με αποτελέσματα και όχι με λόγια.

Η Βάσω Κιντή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο ΜΙΘΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών