Μονότονα παρακολουθούσαμε τις τελευταίες ημέρες να επαναλαμβάνεται ένα πολύ οικείο σενάριο στις συζητήσεις ανάμεσα στην τρόικα και στους κυβερνητικούς υπευθύνους για την πορεία υλοποίησης του ελληνικού προγράμματος: oι εντεταλμένοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ να εμμένουν άτεγκτα στην εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων για την αύξηση των δημοσίων εσόδων και τον περιορισμό των δαπανών, δυσπιστώντας σε εναλλακτικές προτάσεις που δεν είναι ακόμα μετρήσιμες ως προς τα προσδοκώμενα αποτελέσματά τους, όπως η αντικατάσταση του τέλους που εισπράττεται μέσω της ΔΕΗ (το καλούμενο «χαράτσι») με ένα νέο φόρο για τα ακίνητα∙ στην ίδια λογική να αρνούνται μεγάλο αριθμό δόσεων για την εξόφληση οφειλών προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, να βλέπουν με μεγάλη επιφυλακτικότητα τα σχέδια για τη μείωση του προσωπικού στο Δημόσιο κ.λπ. Και οι αρμόδιοι υπουργοί να αντιτείνουν ότι η υστέρηση στα έσοδα συνδέεται με την παρατεινόμενη βαθιά ύφεση της οικονομίας, ότι πολλοί φορολογούμενοι πράγματι δεν έχουν να πληρώσουν, ότι πρέπει να μειωθεί ο αυξημένος ΦΠΑ στην εστίαση εφόσον δεν απέδωσε, ότι η μεταρρύθμιση στη δημόσια διοίκηση απαιτεί περισσότερο χρόνο για να φέρει ορατά αποτελέσματα.
Οπότε μονότονα μπορεί να ξαναδιατυπωθεί εδώ το σχόλιο: η διαπραγματευτική αδυναμία της ελληνικής πλευράς απέναντι στους ξένους δανειστές, αλλά και το ίδιο το γεγονός ότι υποστήκαμε χειρότερες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες από όσο επέβαλλαν το 2010 οι αντικειμενικές συνθήκες, σχετίζονται με μια καθοριστική εσωτερική μας αδυναμία. Εξαρχής επικράτησαν αντιστάσεις ισχυρών ομάδων, όπου καθεμία αγωνιζόταν να διαφυλάξει τα δικά της συμφέροντα, συχνά με οξύτατες μορφές, από κοντά και πάρα πολλών σε ατομικό επίπεδο.  Στάθηκε αδύνατη η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση μέσα στη χώρα ώστε το αναπότρεπτο κόστος της προσαρμογής να κατανεμηθεί με τρόπο που να διασφαλίζει την προστασία των πραγματικά ασθενέστερων και βασικά δημόσια αγαθά, ταυτόχρονα να στηρίζει και να διευρύνει την εγχώρια παραγωγή. Ενα πλατιά αποδεκτό εθνικό σχέδιο σε τέτοια κατεύθυνση παραμένει ζητούμενο.
Εχουν μεσολαβήσει εξελίξεις που προσδίδουν τώρα σε μια διένεξη με την τρόικα λιγότερο δραματικό χαρακτήρα, παρά όσο ζήσαμε το 2011 και το 2012. Με βαρύτατο κοινωνικό τίμημα ο προϋπολογισμός καταγράφει πλέον πρωτογενές πλεόνασμα. Μετά τις ευρωπαϊκές αποφάσεις του Δεκεμβρίου και τη χρηματοδότηση που ήδη χορηγήθηκε, τυχόν καθυστέρηση στην εκταμίευση της δόσης του Μαρτίου δεν θα φέρει την Ελλάδα ξανά μπροστά στο φάσμα της χρεοκοπίας. Ευμενέστερο διαμορφώνεται το διεθνές κλίμα απέναντι στη χώρα μας, με τελευταίο παράδειγμα τον ΟΟΣΑ να την κατατάσσει πρώτη σε μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Στην Ευρώπη, από την άλλη, αμφισβητείται πιο έντονα παρά ποτέ η εμμονή στην ταχεία δημοσιονομική εξυγίανση, καθώς η ύφεση εξαπλώνεται και η ανεργία ανεβαίνει. Ο Πρόεδρος Ολάντ δήλωνε προχθές ότι η Γαλλία θα υπερβεί φέτος τον στόχο για το έλλειμμα εφόσον δεν προτίθεται να λάβει πρόσθετα περιοριστικά μέτρα. Στην Πορτογαλία θα δοθεί παράταση ενός ακόμα έτους, έως το 2015, για να φέρει το δικό της έλλειμμα κάτω από το 3%, μεταδίδουν οι «Financial Times». Η έκβαση της ενδοευρωπαϊκής αντιπαράθεσης παραμένει ωστόσο αβέβαιη.
Και, σε κάθε περίπτωση, περιθώρια για επανάπαυση δεν διαθέτουμε. Ανάμεσα στα προβλήματα που δεν έχουν επιλυθεί, κεντρικό είναι το φορολογικό. Αβάσιμα καλλιεργούνται προσδοκίες για μειώσεις διαφόρων συντελεστών, με ένα σκεπτικό που αποδίδει την υστέρηση των εσόδων στην ύφεση, οπότε χαμηλότεροι συντελεστές θα ευνοούσαν την ανάκαμψη αυξάνοντας αυτόματα τα έσοδα. Σοβαρή ανεπάρκεια εσόδων προϋπήρχε της κρίσης, κατά μεγάλο μέρος μάλιστα την προκάλεσε. Αλλά εδώ κατ' εξοχήν χρειάζεται πολιτική και κοινωνική συνεννόηση για την κατανομή των βαρών. Πρόσφατη εργασία μελετητών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επισημαίνει ότι τα κέρδη (εννοούνται τα εισοδήματα εκτός μισθών, στα οποία περιλαμβάνονται οι αμοιβές των αυταπασχολουμένων) στην Ιρλανδία, στην Ισπανία και στην Ελλάδα είχαν την περίοδο 1999-2007 υψηλότερη συμβολή στον πληθωρισμό από το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Μεταξύ 2008 και 2012 την κύρια πτωτική επίδραση στον πληθωρισμό επέφερε το εργατικό κόστος, ενώ τα κέρδη παρέμειναν σχετικά ανθεκτικά σε Ισπανία, Ελλάδα και Πορτογαλία. Αντίθετα, στην Ιρλανδία και στην Ιταλία σημειώθηκε σημαντική διόρθωση των κερδών προς τα κάτω (Elena Angelini, Alistair Dieppe and Beatrice Pierluigi, Learning about Wage and Price Mark-ups in Euro Area Countries).