Για την εκκλησιαστική, αλλά και τη λαϊκή εικονογραφία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Η απεικόνιση ενός από τα πιο αγαπητά πρόσωπα της χριστιανοσύνης μέσω του ανθρώπινου χεριού. Οι διαφορετικές πτυχές της λατρείας της Παναγίας και
του εικαστικού υλικού με το οποίο συνδέθηκε. Γι’ αυτό, μια μέρα σαν τη σημερινή, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, ανατρέχουμε σε μία από τις πλέον εξαντλητικές εκθέσεις που οργάνωσε το Μουσείο Μπενάκη το 2000. Μέσα από έξι θεματικές ενότητες, η έκθεση «Μήτηρ Θεού» είχε δείξει τις απαρχές της εικονογράφησης, αλλά και την εξέλιξή της μέσα στα χρόνια, φτάνοντας ώς τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο.
Εν αρχή ην ο Λουκάς. Την πρώτη εικόνα της Παναγίας ζωγράφισε ο ευαγγελιστής Λουκάς, ενώ η Παναγία βρισκόταν ακόμα στη ζωή, δηλαδή απέδιδε την αυθεντική μορφή της. Και όταν η Παναγία είδε το πορτρέτο της, ευχαριστήθηκε τόσο πολύ από το αποτέλεσμα που ευλόγησε και την ίδια την εικόνα και τον ζωγράφο της. Δεν είναι εύκολο να ελέγξουμε την αυθεντικότητα μιας τέτοιας ιστορίας, οπωσδήποτε όμως το γεγονός ότι η παράδοση αυτή εμφανίζεται στις βυζαντινές πηγές από τον 9ο αιώνα και μετά και μάλιστα σε κείμενα που γράφονται προς υπεράσπιση της λατρείας των εικόνων, επιτρέπει να την αντιμετωπίζουμε με σκεπτικισμό. Σε μικρογραφία χειρογράφου του 13ου αιώνα (εικ. 1), που φυλάσσεται στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, ο ευαγγελιστής Λουκάς καθισμένος σε σκαλιστό ξύλινο κάθισμα βάζει τις τελευταίες πινελιές σε εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό στην αγκαλιά της. Η εικόνα είναι τοποθετημένη σε καβαλέτο και τα εργαλεία του ζωγράφου (πινέλα και χρώματα) βρίσκονται σε κιβωτίδιο στη βάση του καβαλέτου. Το όνομα του ευαγγελιστή ο άγιος Λουκάς είναι γραμμένο στα αριστερά της παράστασης.
Η εικόνα της Παναγίας που ζωγράφισε ο ευαγγελιστής Λουκάς πιστεύεται ότι ήταν εκείνη της Παναγίας Οδηγήτριας, την οποία οι αυτοκράτειρες Ευδοκία και Πουλχερία μετέφεραν τον 5ο αιώνα από την Παλαιστίνη στην Κωνσταντινούπολη και τοποθέτησαν στη Μονή των Οδηγών. Εδώ το παράξενο είναι ότι η παρουσία της εικόνας της Οδηγήτριας στη Μονή των Οδηγών δεν μαρτυρείται πριν από τον 11ο αιώνα και η υπόθεση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι τον 5ο αιώνα δεν είχε ανοικοδομηθεί η Μονή των Οδηγών. Οπωσδήποτε όμως από τον 11ο αιώνα η σύνδεση της εικόνας με τη Μονή είναι δεδομένη, όπως και το γεγονός ότι κάθε Τρίτη οργανωνόταν η λιτάνευση της εικόνας, που παρακολουθούσε μεγάλο πλήθος πιστών. Περιγραφές της λιτάνευσης βρίσκονται σε κείμενα περιηγητών και προσκυνητών που εντυπωσιασμένοι από το όλο τελετουργικό το καταγράφουν με απίστευτες λεπτομέρειες.
Αναμνηστική φωτογραφία. Η μικρογραφία ενός χειρογράφου (εικ. 2) που χρονολογείται γύρω στο 1300 και σήμερα βρίσκεται στα Κρατικά Μουσεία του Βερολίνου, μας μεταφέρει στη Μονή των Οδηγών και στον χώρο όπου φυλασσόταν η εικόνα της Οδηγήτριας. Η εικόνα, τοποθετημένη σε τρίποδα, βρίσκεται μέσα σε περίτεχνη κατασκευή με κιγκλίδωμα. Πέντε μορφές ντυμένες στα κόκκινα τη φρουρούν. Το θέμα της μικρογραφίας είναι η επίσκεψη ενός ζεύγους στη Μονή για να προσκυνήσει την εικόνα της Οδηγήτριας. Στην περίπτωση αυτή η μικρογραφία αποτελεί την «αναμνηστική φωτογραφία» του γεγονότος.
Το πρότυπο της Οδηγήτριας. Καμιά άλλη εικόνα της Παναγίας δεν ζωγραφίστηκε περισσότερες φορές από αυτήν της Οδηγήτριας. Μοιάζει λοιπόν να αποτέλεσε την «εικόνα των εικόνων», όπως φανερώνει και το γεγονός ότι επιλέχτηκε για να εκπροσωπήσει όλες τις βυζαντινές εικόνες σε μια σύνθεση που αναπαριστά το τέλος της Εικονομαχίας το έτος 843 μ.Χ. (εικ. 3). Στη συγκεκριμένη εικόνα, που χρονολογείται στο τέλος του 14ου αιώνα και βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, η εικόνα της Οδηγήτριας τοποθετείται στο κέντρο της επάνω ζώνης. Στα αριστερά της εικόνας στέκονται η αυτοκράτειρα Θεοδώρα και ο νεαρός γιος της ο συναυτοκράτορας Μιχαήλ Γ’ και στα δεξιά ο Πατριάρχης Μεθόδιος με τη συνοδεία του, οι πρωταγωνιστές δηλαδή της λήξης της διαμάχης γύρω από τις εικόνες. Στην κάτω ζώνη τοποθετούνται 11 μορφές που όλες συνδέθηκαν ή και μαρτύρησαν τα χρόνια της Εικονομαχίας υπερασπιζόμενες τη λατρεία των εικόνων. Πρώτη στην αριστερή άκρη βρίσκεται μια γυναίκα, η αγία Θεοδοσία, και κρατά μιαν εικόνα του Χριστού σε ανάμνηση του γεγονότος ότι είχε προστατεύσει την εικόνα του Χριστού στη Χαλκή Πύλη του Βυζαντινού Παλατιού, όταν ξέσπασε η Εικονομαχία.
Η Παναγία του Ελ Γκρέκο. Από τη σημερινή ημέρα δεν θα μπορούσε να λείπει μία από τις ωραιότερες εικόνες με την Κοίμηση της Παναγίας (εικ. 4), ζωγραφισμένη από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο στην περίοδο που βρισκόταν ακόμα στην Κρήτη και πριν από την αναχώρησή του για τη Βενετία το 1567. Η αρχαιοπρεπής υπογραφή του ζωγράφου Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο δείξας, που διαβάζεται στη βάση του κηροπηγίου μπροστά από τη νεκρική κλίνη της Παναγίας, υπογραμμίζει τον ρόλο του ζωγράφου ως δημιουργού.
Η εικόνα βρίσκεται στην εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Ερμούπολη της Σύρου.
Η παράσταση της Κοίμησης συνδυάζεται εδώ με τη σκηνή της Μετάστασης της Θεοτόκου, στο επάνω μέρος της εικόνας. Η σύνθεση υιοθετεί ένα θέμα γνωστό στη βυζαντινή τέχνη, που γνωρίζει ιδιαίτερη ανάπτυξη σε παραστάσεις του 14ου και του 15ου αιώνα. Το χρυσό φόντο, τα πυργόσχημα οικοδομήματα που συνδέονται με ορθογώνιο τοίχο και καλύπτουν το βάθος της σύνθεσης, το νεκρικό κρεβάτι της Παναγίας, ο Χριστός που σκύβει από πάνω της κρατώντας την ψυχή της με τη μορφή σπαργανωμένου βρέφους, όλα αποτελούν στοιχεία της βυζαντινής εικονογραφίας, με την οποία ο νεαρός Δομήνικος, ζώντας στην Κρήτη, είχε εξοικειωθεί άμεσα. Την ίδια στιγμή ο Θεοτοκόπουλος εισάγει στοιχεία από τη δυτική τέχνη, όπως είναι το κεντρικό κηροπήγιο μπροστά από το νεκρικό κρεβάτι της Παναγίας με τις τρεις ανάγλυφες ημίγυμνες γυναικείες μορφές. Οι τρεις αυτές Χάριτες, σαν Αναγεννησιακές Καρυάτιδες, προέρχονται από χαρακτικά της εποχής, όπως του Marcantonio Raimondi και του Enea Vico. Αυτό όμως που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την παράσταση και την απομακρύνει από τα βυζαντινά παραδείγματα είναι ο τρόπος που επιλέγει να φωτίσει τη δόξα με τους αγγέλους πίσω από τον Χριστό, δημιουργώντας έναν χείμαρρο φωτός στο μέσον της εικόνας, που ξεκινά από ψηλά από τους αγγέλους που περιβάλλουν τη μορφή της Παναγίας στο επεισόδιο της Μετάστασης. Το φως μοιάζει να εκπορεύεται από το Αγιο Πνεύμα, με τη μορφή περιστεριού, που πετά στο κέντρο της σύνθεσης. Αυτή τη σπουδή του στο φως ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος θα μπορέσει να εξελίξει φτάνοντας στη Βενετία και μελετώντας από κοντά τα έργα του Βενετσιάνικου Μανιερισμού.
Η Μαρία Βασιλάκη είναι καθηγήτρια Βυζαντινής Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, επιστημονική συνεργάτις του Μουσείου Μπενάκη