Τις προάλλες διοργανώθηκε στο Εθνικό Θέατρο μια ανοιχτή συζήτηση για τον θεσμό, το περιεχόμενο και τη σημερινή λειτουργία ενός εθνικού θεάτρου. Ενώ είχα δεχτεί να συμμετάσχω και είχα αναγγελθεί, ανώτερη βία με υποχρέωσε να απουσιάσω. Ετσι, σήμερα θα καταθέσω τις απόψεις μου σ' αυτό το βήμα.
Δεν θα μείνω στον ευρωπαϊκό θεσμό που, πάντως, ενδεικτικά, πρωτοεμφανίζεται μετά τη Γαλλική Επανάσταση και ιδίως με τον Ρομαντισμό. Εχει πάντα να κάνει με τη συστηματική αναζήτηση ριζών, ταυτότητας και ιδιομορφίας των πληθυσμιακών μορφωμάτων που αποτέλεσαν τα ευρωπαϊκά έθνη. Ο καθηγητής Βάλτερ Πούχνερ σ' ένα πολύ σημαντικό του βιβλίο αναλύει πώς διαμορφώθηκε η ιδέα των εθνικών θεάτρων και τι υπηρέτησαν αυτά στα Βαλκάνια κατά την απελευθέρωσή τους από την οθωμανική κυριαρχία. Πράγματι, οι λαοί που ξαφνικά οργανώθηκαν σε κρατικές οντότητες, ανεξάρτητες συνάμα, αναγνώρισαν και κάποια στοιχεία ιδιοπροσωπίας και ακολουθώντας τη ρομαντική ανάγνωση δίπλα στη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες, την αρχιτεκτονική και τη μουσική αξιοποίησαν γλώσσα, ήθη, νοοτροπίες, φόρμες που επιχωρίαζαν στην επικράτεια που οριοθετήθηκε ως νέο κράτος και έλαβε πολιτισμικό βάθος ως έθνος.
Από τον καταγωγικό ορισμό του έθνους από τον Ηρόδοτο (όμαιμον, ομόθρησκον, ομόγλωσσον, ομότροπον) τα περισσότερα κυρίως βαλκανικά μορφώματα δημιούργησαν εθνικές αφηγήσεις ανάλογα με τα επικρατούντα και διακριτά αυτά χαρακτηριστικά.
Στον τόπο μας ο πρώτος που αναφέρθηκε με σαφήνεια, ακρίβεια και σοβαρότητα στον όρο εθνικόν θέατρον είναι ο Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων το 1816 όταν στον έξοχο πρόλογό του στη μετάφρασή του τού μολιερικού «Φιλάργυρου» ορίζει το εθνικό θέατρο ως καλλιτεχνική κιβωτό έργων εθνικής αυτοσυνειδησίας. Ετσι μετέφερε στα καθ' ημάς (στο ιδίωμα και στα ήθη της Σμύρνης) το μολιερικό αριστούργημα δημιουργώντας ένα μοντέλο - παράδειγμα.
Μ' αυτή τη συλλογιστική ιδρύθηκε, τελευταία απ' όλα τα άλλα βαλκανικά κράτη, το 1932, από τον τότε υπουργό Παιδείας της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου, Γεώργιο Παπανδρέου, το Εθνικόν Θέατρον της Ελλάδος, για να προβάλλει την εθνική δραματουργία, να καλλιεργεί μια ελληνική υποκριτική γλώσσα και μυεί το ελληνικό κοινό στα μεγάλα θεατρικά επιτεύγματα της παγκόσμιας δραματουργίας. Ιδιαίτερος κλάδος σπουδής, έρευνας και παραγωγής ορίστηκε η αναβίωση του αρχαίου ελληνικού δράματος.
Παράλληλα λειτούργησε η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου για να μορφώσει ηθοποιούς ικανούς να ανταποκρίνονται στον διπλό σκοπό της λειτουργίας του: ελληνική δραματουργία, αριστουργήματα της παγκόσμιας ιστορίας του θεάτρου. Τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του εφάρμοσε πιστά τον ιδρυτικό του νόμο: «Θυσία του Αβραάμ», Ξενόπουλος, Π. Χορν, Μπόγρης, Λιδωρίκης, Γαλ. Καζαντζάκη και νέος συγγραφέας ο Τερζάκης. Και βέβαια, Σίλερ, Σαίξπηρ, Μολιέρο, Γκόγκολ, Ο' Νιλ, Πιραντέλο, Ιψεν, Γκολντόνι κ.τ.λ., για να αναφερθώ και στη γλωσσική πολυφωνία των επιλογών. Ηταν τέτοια η καταλυτική, σχεδόν ανατρεπτική της συνήθειας, παρουσία του νέου θεσμού ώστε υποχρέωσε τις δύο και πολιτικά και αισθητικά αντίπαλες μεγάλες κυρίες του ελληνικού θεάτρου, την Κοτοπούλη και την Κυβέλη, να συνεργαστούν, να εγκαταλείψουν το ελαφρύ ρεπερτόριο και να ανεβάσουν Σίλερ, Ο' Νιλ και Μπέρναρ Σο.
Το 1936 αποφασίζεται το αρχαίο δράμα να βγει στα αρχαία αμφιθέατρα, άρα να δημιουργηθούν οι όροι να αλλάξει ο υποκριτικός κώδικας και τα αισθητικά μεγέθη. Ετσι ο Ροντήρης που ανέλαβε αυτό το καθήκον μόρφωσε ειδικευμένους ηθοποιούς και εγκαινίασε της παραστάσεις στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο (1938). Παράλληλα, λειτούργησε ειδικό κλιμάκιο αρχαίου δράματος, με δύο Χορούς, γυναικείο και ανδρικό, που ασκείτο δι' όλου του έτους με την προετοιμασία των παραστάσεων αρχαίου δράματος. Ετσι έφτασε το Εθνικό Θέατρο με «Ηλέκτρα» και «Αμλετ» το 1939 στο Βερολίνο, στο Λονδίνο και στην Αλεξάνδρεια αποσπώντας τους διθυράμβους της κριτικής και του κοινού.
Μετά τον πόλεμο δημιουργήθηκαν το Φεστιβάλ Επιδαύρου, ανέβηκαν όλες οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και επιστρατεύθηκαν οι σημαντικότεροι έλληνες συντελεστές, εικαστικοί, χορογράφοι, μουσικοί, μεταφραστές και μεγάλοι ειδικευμένοι στο είδος ηθοποιοί που κέρδιζαν αργότερα βραβεία στο Θέατρο των Εθνών στο Παρίσι, στην Ιαπωνία, στην Κίνα και στις ΗΠΑ. Η ανακάλυψη του αρχαίου δράματος και η έκρηξή του σήμερα σε Κίνα, Ρωσία, Γεωργία, Ιαπωνία, Κορέα, Νότια Αμερική και Ινδίες οφείλεται απολύτως στο γεγονός ότι τις επισκέφθηκαν το Εθνικό Θέατρο και το Πειραϊκό Θέατρο του Ροντήρη, αισθητική ουρά του Εθνικού. Εως τη μεταπολίτευση το Εθνικό Θέατρο υπηρετούσε τους καταστατικούς σκοπούς του.
Από το 1985 και πέρα, με τον θεσμό των επιχορηγήσεων του ελεύθερου θεάτρου, τα ΔΗΠΕΘΕ, τα αποκεντρωμένα θέατρα, το υποχρέωσαν να γίνει κρατικός θεσμός (μαζί με το ομογάλακτο της Θεσσαλονίκης) ρεπερτορίου, με αθέμιτο ανταγωνισμό με τα θέατρα ρεπερτορίου του ελεύθερου θεάτρου. Και ήταν αθέμιτος ο ανταγωνισμός, αφού επιχορηγείτο το Εθνικό Θέατρο αφειδώς και απολύτως από το κράτος με εκατομμύρια, ενώ τα ανταγωνιζόμενα με πλέον πρωτότυπες παραγωγές με ψιχία.
Το ότι φέτος το Εθνικό και πρόσφατα το Κρατικό Βορείου Ελλάδος κατέφυγαν στο ελληνικό δραματολόγιο δεν πρωτοτυπούν απλώς, εφαρμόζουν τον καταστατικό τους όρο. Είναι πάντως ευτύχημα ότι την εποχή που ιδιωτικοποιείται το ρεύμα και το νερό, τα κρατικά θέατρα προς το παρόν γλίτωσαν.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από