Παρά τη φήμη της, από τα μέσα της δεκαετίας του '70 ήδη, η Αρνολντ εμφανιζόταν όλο και πιο δυσαρεστημένη με τις απαιτήσεις των εκδοτών και τους περιορισμούς του μάρκετινγκ. Αποφάσισε λοιπόν εφεξής να εκδίδει η ίδια τα φωτογραφικά της δοκίμια σε μορφή λευκώματος, το πρώτο εκ των οποίων κυκλοφόρησε το 1976 με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η αρετουσάριστη γυναίκα» («The Unretouched Woman»). Στην εισαγωγή τής μονογραφίας αυτής έγραφε: «Υπήρξα φτωχή και ήθελα να καταγράψω τη φτώχεια. Είχα χάσει ένα παιδί και έπαθα εμμονή με τη γέννα. Ενδιαφερόμουν για την πολιτική και ήθελα να ξέρω πώς επηρεάζει τη ζωή μας. Είμαι γυναίκα και θέλω να ξέρω για τις γυναίκες».
Με την αυγή της δεκαετίας του '80, η Αρνολντ ξεκίνησε τα μεγάλα οδοιπορικά της στον κόσμο, τραβώντας φωτογραφίες για μια σειρά βιβλίων που αντικατόπτριζαν την άποψή της για τις σύγχρονες κοινωνίες: το λεύκωμα «Στην Κίνα» κυκλοφόρησε το 1981, ενώ το αντίστοιχο για την Αμερική δύο χρόνια μετά. Ηδη ένιωθε απογοητευμένη από την κυριαρχία της καταναλωτικής κουλτούρας παγκοσμίως και ειδικότερα στη Βρετανία, όπου έβλεπε να εξαφανίζονται «οι αγαπημένες αξίες του fair play, της ευγένειας και της συμπόνιας προς τους άλλους».
Ετσι κι αλλιώς, ουδέποτε πίστεψε ιδιαίτερα στην ιδέα της μιας και μοναδικής πατρίδας. Λίγα χρόνια πριν, είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή της: «Νιώθω παντού και πουθενά σαν στο σπίτι μου. Λέω στον εαυτό μου ότι όλοι είμαστε πολίτες του κόσμου. Εξάλλου, οι φίλοι και οι συνεργάτες ήταν πάντα η οικογένειά μου μακριά από το σπίτι».
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από