Η Θεσσαλονίκη από τον 16ο μέχρι τον 19ο αιώνα υποδέχθηκε Εβραίους από διαφορετικά μέρη της Ευρώπης, που πάντοτε στο τέλος ενσωματώνονταν στον ισπανικό - καστιλιάνικο - κανόνα, που είχε επικρατήσει και στην αρχή ανάμεσα στις διάφορες εβραϊκές ομάδες της Ιβηρικής. Ενα όμως από τα πιο σημαντικά κύματα νεοφερμένων που έμελλε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πόλη, ήταν οι λεγόμενοι Λιβορνέζοι. Οι Εβραίοι δηλαδή από το Λιβόρνο, που εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη στα τέλη του 18ου αιώνα. Εφερναν νέα ήθη γιατί ήταν διαποτισμένοι από τον κοσμικό τρόπο σκέψης που αναπτύχθηκε στην Τοσκάνη εκείνη την εποχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πέτρος Λεοπόλδος, πεφωτισμένος μέγας δούκας της Τοσκάνης, είναι ο πρώτος ευρωπαίος ηγέτης που καταργεί τη θανατική ποινή, επηρεασμένος από το «Περί εγκλημάτων και ποινών», έργο που - όχι τυχαία - ο Τσεζάρε Μπεκαρία δημοσίευσε το 1764 στο Λιβόρνο.
Οι Λιβορνέζοι, γράφει ο Εντγκάρ Μορέν, που πολιτογραφήθηκαν Ιταλοί μετά την ενοποίηση της Ιταλικής Χερσονήσου, μπορούσαν και διέφευγαν από τον έλεγχο τόσο του τουρκικού κράτους όσο και της εβραϊκής διοίκησης και αντίστοιχων φόρων που επέβαλλαν και οι δύο στους πολίτες. «Επωφελούμενοι από την ασυλία τους απέναντι στη ραβινική εξουσία και από την οικονομικά προνομιακή θέση τους θα προκαλέσουν τη διείσδυση της σύγχρονης κοσμικής, τεχνικής και οικονομικής Δύσης στη σεφαρδίτικη Θεσσαλονίκη», υπογραμμίζει.
Αυτοί οι περίπου 2.000 Λιβορνέζοι της Θεσσαλονίκης φορούν ευρωπαϊκά ρούχα, ξυρίζουν το πιγούνι τους, στέλνουν τα παιδιά τους να μορφωθούν στην Τοσκάνη. Πιο πλούσια και νεωτεριστική από τις μεγάλες λιβορνέζικες οικογένειες είναι οι Αλατίνι που έφεραν τις νέες βιομηχανίες. Ακολουθούν τρεις - τέσσερις ακόμα, ανάμεσά τους και οι Μοδιάνο που ίδρυσαν τις σύγχρονες τράπεζες. Οι οικογένειες αυτές που εγκατέστησαν και συγγενικούς δεσμούς μέσω γάμων, συγκρότησαν μια νέα εξουσία.
Η μεγαλύτερη προσωπικότητα από όλες, λέει ο Εντγκάρ Μορέν, ήταν ο Μωύς Αλατίνι. Ο πατέρας του, Λαζάρ, είχε ιδρύσει στη Θεσσαλονίκη (το 1796) τον εμπορικό οίκο Αλατίνι και Μοδιάνο με γραφεία σε όλη την Ευρώπη. Ο Μωύς γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1809, σπούδασε γιατρός και άσκησε το επάγγελμά του στη Φλωρεντία, μέχρι που ο θάνατος του πατέρα του, το 1834, τον έφερε πίσω στη Θεσσαλονίκη για να αναλάβει την επιχείρηση.
Ανέπτυξε την εξαγωγή σιτηρών από τη Μακεδονία προς την Ιταλία και έφερε τη βιομηχανική επανάσταση στη Θεσσαλονίκη κατασκευάζοντας μύλους, κεραμοποιία, ζυθοποιία, καπνεργοστάσιο. Παράλληλα ίδρυσε ο ίδιος ή ενθάρρυνε την ίδρυση κοσμικών σχολείων και εφημερίδων, αλλά για λόγους ισορροπίας με τη ραβινική εξουσία χρηματοδότησε και θρησκευτικά έργα. Απέκτησε και έλληνες συνεργάτες, ενώ παρείχε και επιχορηγήσεις για την ανέγερση ελληνικών σχολείων.
Οπως γράφει χαρακτηριστικά ο Εντγκάρ Μορέν, όταν ο Μωύς Αλατίνι πέθανε το 1882, «είχε ήδη επιτελέσει μια ήρεμη επανάσταση: συνέβαλε στην εισαγωγή, ταυτόχρονα, του δυτικού 18ου και 19ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη».

Η οικογένεια του Εντγκάρ Μορέν ήταν και αυτή λιβορνέζικη, όχι βέβαια της ίδιας οικονομικής επιφάνειας. Και είχε επωφεληθεί απρόσμενα από τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878: οι Ρώσοι επέβαλαν στους Οθωμανούς να αφήσουν έξω από τον έλεγχό τους τους μη μουσουλμάνους της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Πρακτικά οι Ευρωπαίοι θα υπάγονταν στα προξενεία τους. Και ο παππούς του Εντγκάρ Μορέν, Νταβίντ Ναχούμ, έσπευσε να πάρει ιταλική ιθαγένεια.
Αυτή πάντως δεν ωφελούσε πάντα. Το 1911 η Ιταλία επιτέθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για να πάρει τη Λιβύη και οι Ναχούμ κυνηγήθηκαν από τη Θεσσαλονίκη ως εχθρικοί υπήκοοι. Επέστρεψαν, αλλά το 1915 η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων και οι Ναχούμ βρέθηκαν και πάλι στη δίνη του κυκλώνα. Οι περισσότεροι ιταλοί υπήκοοι, πολλοί από τους οποίους δεν ήξεραν καν ιταλικά, συλλαμβάνονταν από τη γαλλική στρατονομία για να σταλούν στο μέτωπο με τον ιταλικό στρατό. Ο πατέρας του Μορέν, Βιντάλ Ναχούμ, που είχε τελειώσει γαλλογερμανικό σχολείο της Θεσσαλονίκης, συνελήφθη και αυτός μαζί με έναν αδελφό του, αλλά από κάποιο λάθος τούς έβαλαν σε πολεμικό σκάφος που τους αποβίβασε στη Μασσαλία. Εκεί φυλακίστηκαν και ο πατέρας τους έκανε τρεις μήνες να τους εντοπίσει. Οταν τα κατάφερε, μπάρκαρε και αυτός για Μασσαλία. Μέσω ενός ανιψιού του στο Παρίσι, συνάντησε τον σοσιαλιστή βουλευτή Ζαν Λονγκέ, εγγονό του Καρλ Μαρξ, ο οποίος εξασφάλισε ραντεβού με τον ίδιο τον γάλλο πρωθυπουργό Αριστίντ Μπριάν.
Ο Μπριάν ζήτησε κάποιες διευκρινίσεις: «Δεν καταλαβαίνω... Γεννηθήκατε τι; -Να, στη Θεσσαλονίκη, στην Τουρκία. -Επομένως είστε Τούρκος». Απευθύνεται στον Λονγκέ: «Είναι Τούρκοι λοιπόν, κι έπειτα; -Επειτα, την εποχή της συνθηκολόγησης της Τουρκίας, διαλέξαμε να γίνουμε προστατευόμενοι της Ιταλίας. -Α, ναι, γνωρίζω, τι πολύπλοκα που είναι όλα αυτά. Λοιπόν, και τώρα; -Τώρα είναι ελληνική... -Τότε λοιπόν είστε Ελληνες; -Ω, όχι. Και δεν είστε Τούρκοι; -Μα όχι. Και δεν είστε Ιταλοί; -Μα όχι, αφού... -Ω, τι ιστορία!».
Απευθύνεται στον βουλευτή: «Κύριε Λονγκέ, λυπάμαι, δεν καταλαβαίνω, είναι τόσο περίπλοκα, αυτή η μακεδονική σαλάτα... Εν πάση περιπτώσει, αφού δεν τους προσάπτει κανείς τίποτε, θα δώσω εντολή να τους αποφυλακίσουν».
«Ετσι λοιπόν», σχολιάζει σήμερα ο Εντγκάρ Μορέν, «μεσούντος του Παγκοσμίου Πολέμου, τη στιγμή που μαινόταν η μάχη στο Βερντέν, ο Αριστίντ Μπριάν ενδιαφέρθηκε για την τύχη των δύο αυτών Θεσσαλονικέων...». Επειδή όμως το κλίμα στη Θεσσαλονίκη δεν τους σήκωνε πια, προσπάθησαν να πάρουν και άδεια παραμονής στη Γαλλία. Τους δόθηκε σε Αστυνομικό Τμήμα της Μασσαλίας, αλλά έγραφε «ιθαγένεια ιταλική». Μόλις το πρόσεξαν γύρισαν πίσω να το αλλάξουν αυτό, αφού ως Ιταλοί θα έπρεπε να πάνε στο μέτωπο. Αλλά και εάν δήλωναν Ελληνες θα στέλνονταν πίσω στην Θεσσαλονίκη ενώ δηλώνοντας Τούρκοι θα συλλαμβάνονταν ως εχθροί. Οταν ο ειδικός αστυνόμος Μπορελί τους ζητά να αναφέρουν την ιθαγένειά τους, απαντούν λοιπόν συνεννοημένοι: «Θεσσαλονικείς». Και χρειάστηκε πάλι η παρέμβαση των Λονγκέ, Μπριάν, για να τους δώσουν την απίθανη αυτή άδεια παραμονής που έγραφε: «Ιθαγένεια: Θεσσαλονικεύς».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από