Ο πόλεμος της Κορέας, που στοίχισε τη ζωή σε 5 εκατομμύρια ανθρώπους, διήρκεσε από τις 25 Ιουνίου του 1950 ώς τις 27 Ιουλίου του 1953, οπότε υπεγράφη η κατάπαυση του πυρός. Ηταν η περίοδος κατά την οποία ο Ψυχρός Πόλεμος μετετράπη σε θερμή σύρραξη που απείλησε να οδηγήσει στον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς στον αιματηρό πόλεμο αντιπαρατέθηκαν, εκτός από τους Βορειοκορεάτες και τους Νοτιοκορεάτες, οι Κινέζοι και οι Αμερικανοί με τους συμμάχους τους.
Ως μέλος του ΟΗΕ, η Ελλάδα είναι μία από τις 21 χώρες που ανταποκρίνονται στην πρόσκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας να συμμετάσχουν στον πόλεμο.
Στέλνει τον Νοέμβριο το Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδος (ΕΚΣΕ), ένα ενισχυμένο Τάγμα Πεζικού (αρχικά 851 άνδρες) και το 13ο Σμήνος (7 αεροσκάφη της 355ης Μοίρας Μεταφορών), που επιχειρησιακά τίθενται υπό αμερικανική διοίκηση. Οι επιχειρήσεις των ελληνικών δυνάμεων διαρκούν από τον Δεκέμβριο του 1950 έως και την ανακωχή, στις 27 Ιουλίου 1953. Ο τελευταίος έλληνας στρατιώτης επέστρεψε το 1955. Οι συνολικές απώλειες ήταν 186 νεκροί και 610 τραυματίες.
«Προσωπικά, είμαι υπερήφανος που, μαζί με πάνω από δέκα χιλιάδες άλλους συμπατριώτες μας στρατιώτες κι αξιωματικούς, πολέμησα κι εγώ στην Κορέα, σ΄ έναν ξεχασμένο σήμερα πόλεμο!».
Η 25η Ιουνίου είναι ημέρα ιδιαίτερη γι΄ αυτόν. Υποστράτηγος εν αποστρατεία σήμερα, ο 79χρονος κ. Στέλιος Δράκος είναι ένας από τους βετεράνους έλληνες πολεμιστές στον πόλεμο της Κορέας, ο οποίος άρχισε ακριβώς εξήντα χρόνια πριν. Πρόεδρος πλέον του Πανελληνίου Συνδέσμου Παλαιμάχων Πολεμιστών Κορέας, βρέθηκε στα 21 του στον πόλεμο. «Θα πουν “τι δουλειά έχω εγώ να πολεμήσω για μια ξένη χώρα;”. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εμείς ως στρατιωτικοί, διαταχθήκαμε, οφείλαμε να υπακούσουμε στην απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης», λέει σήμερα. Δεν είχε κλείσει ούτε χρόνος από τον ελληνικό εμφύλιο, όταν ξέσπασε ο αντίστοιχος της Κορέας. «Δεν ήμασταν μισθοφόροι, απλά παίρναμε μια μικρή μηνιαία αποζημίωση για τα οδοιπορικά μας. Εγώ ως ανθυπολοχαγός 47 δολάρια, γύρω στα 65 ο αντισυνταγματάρχης διοικητής μας. Μόλις μια φορά στο εξάμηνο μας έδιναν κι ένα πενθήμερο ρεπό για ανάπαυση στο Τόκιο, άλλη μια φορά τον μήνα μάς επέτρεπαν ημερήσια έξοδο στη Σεούλ. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι το τάγμα μας, το επονομαζόμενο και Σπαρτιατικό, δεν ήταν τη μέρα εκείνη σε κάποια μάχη…».
Χρόνια τώρα αμέτρητες εικόνες πολέμου εξακολουθούν να τον σημαδεύουν ακόμα και στον ύπνο του. «Μια σκηνή που είδα από πολύ κοντά, μπροστά απ΄ το πολυβόλο μου, δεν λέει με τίποτα να φύγει από το μυαλό μου: σε νυχτερινή, καταδρομική επιχείρηση όπου μετείχα, στρατιώτης του λόχου μας τραυματίστηκε σ΄ ένα ύψωμα, σε μάχη σώμα με σώμα με τον εχθρό. Σωριάστηκε δίπλα από έναν θάμνο κι έμεινε εκεί, χωρίς κανείς μας να τον αντιληφθεί, όταν στο τέλος περισυλλέξαμε όλους τους υπόλοιπους τραυματίες μας. Την επομένη, ωστόσο, με το φως της ημέρας, το δικό μας παρατηρητήριο διέκρινε ότι επιχειρούσε να κρυφτεί καλύτερα κάτω από τα εχθρικά, κινεζικά χαρακώματα. Ηρθε τότε ο διοικητής-παλικάρι Νίκος Βαμβακάς κι έδωσε ευθύς αμέσως την εντολή για επιχείρηση διάσωσής του. Πράγματι, είκοσι άντρες μας πήγαν να τον φέρουν πίσω: “Αδέρφια μου, πάρτε με από δω!”, τους φώναζε ο τραυματισμένος στρατιώτης, όταν κατάλαβε ότι οι δύο αξιωματικοί μας τον προσέγγιζαν. Σύντομα, τον έσυραν κουτρουβαλώντας, ενώ οι υπόλοιποι δικοί μας είχαν ήδη τυφλώσει με καπνογόνα όλμων την ορατότητα των απέναντι», αφηγείται.
Και από αέρος, η ελληνική υποστήριξη στην Κορέα αποδείχθηκε καθοριστική. Διοικητής του 13ου Σμήνους Μεταφορών, ο τότε επισμηναγός κ. Γιώργος Πλειώνης είχε την ευθύνη, από τον Οκτώβριο του ΄51 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 52, για τα επτά ελληνικά αεροσκάφη C-47 (Ντακότα), που εντάχθηκαν σε Μοίρα της αμερικανικής Αεροπορίας. «Σε πρώτη φάση, φύγαμε από την Ελευσίνα 67 άτομα, ως πληρώματα, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό. Προσωπικά, πήρα μέρος σε περίπου 100 εναέριες εξόδους για τη μεταφορά τραυματιών και πυρομαχικών. Εκτελούσαμε και δρομολόγια διάρκειας 10-12 ωρών από τη μία πόλη στην άλλη. Καθώς, μάλιστα, δεν υπήρχαν αεροδρόμια, προσγειωνόμασταν ακόμα και σε παραλίες, όταν τα νερά της παλίρροιας υποχωρούσαν…», λέει ο 90χρονος αντιπτέραρχος ε.α. που πήρε μέρος και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πολέμησε και στη Μέση Ανατολή (1941-1944). «Δεν καταλαβαίναμε τίποτα από κίνδυνο, κανένας μας. Ηταν η δουλειά μας, γι΄ αυτό και δεν υπήρχε ο παραμικρός φόβος στη διάρκεια των αλλεπάλληλων επιχειρήσεων. Στη μάχη, άλλωστε, δεν υπάρχει το περιθώριο να το σκεφτείς. Ημασταν σε αποστολή κι έπρεπε πάση θυσία να τη φέρουμε εις πέρας με επιτυχία…», συμπληρώνει.
Στο τέλος του πολέμου αυτού, η ελληνική Αεροπορία μετρούσε δώδεκα στελέχη της, ηρωικώς πεσόντα, σε μόλις τρεις απώλειες αεροσκαφών της, καμία από εναέρια ή αντιαεροπορικά εχθρικά πυρά. «Ξαναπήγα στη Νότια Κορέα για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, το 2005», λέει ο κ. Πλειώνης. «Για να διαπιστώσω από κοντά ότι με φροντίδα κι επιμονή έκαναν τη χώρα τους προηγμένη».
[ ΙΝFΟ ]
Πανελλήνιος Σύνδεσμος Παλαιμάχων Πολεμιστών Κορέας, τηλ. 210-
3314.925, e-mail:
greekveteranskw@yahoo. com







