Συμβαίνει κι αυτό. Με τις καλύτερες προθέσεις καταλήγεις να σπρώχνεις το κακό. Θυμηθείτε τον Άλεξ τον μικρό. Δεν συμβαίνει μόνο εκεί αλλά κι εδώ. Διπλή η σημασία του «Χωρίς ίχνη», δηλαδή «Gone baby gone»: επιστροφή στις πιο γερές ρίζες του φιλμ νουάρ και ανάδειξη του μέτριου ηθοποιού Μπεν Άφλεκ σε σκηνοθέτη με προσωπικότητα και βαθύτατο κοινωνικό προβληματισμό!
Εν αρχή το σενάριο φυσικά. Τα γραπτά είναι το εφαλτήριο των εικόνων του αμερικανικού σινεμά. Από εδώ ξεκινάει και προς τον ουρανό σαλτάρει ο Κλιντ Ίστγουντ και μερικά από τα πιο φωτεινά μυαλά. Υπό μάλης και στο προσκέφαλό του, σαν ευαγγέλιο και φυλακτό του και ο Μπεν Άφλεκ με το μυθιστόρημα του Ντένις Λιχέιν, του ίδιου που έχει υπογράψει το «Μystic river» (Σκοτεινό ποτάμι). Περίπου ίδιος προβληματισμός, ίδια ανησυχία, ίδια ταφόπλακα στην ίδια κοινωνία. Και το κυριότερο; Πάλι τα πιτσιρίκια, πάλι τα παιδιά, πάλι το μέλλον μιας κοινωνίας, ενταφιασμένο στα σκουπίδια. Με την κανονική-δομική-σειρά: Τρεις κύκλοι σφίγγουν σαν θηλιά μια ιστορία που πραγματεύεται την εξαφάνιση-απαγωγή-κακοποίηση ενός τετράχρονου κοριτσιού (γι΄ αυτό και «Gone baby gone», δηλαδή χάθηκε, εξαφανίστηκε, πέθανε το μωρό). Τρεις κύκλοι, τρεις ύποπτοι. Πρώτος κύκλος, ένα ρεμάλι και έμπορος ηρωίνης. Δεύτερος, ένα κατακάθι από τον απόπατο του υπονόμου, ένας παιδόφιλος που τη βρίσκει με μικρά παιδιά. Τρίτος κύκλος, οι πολίτες με τα καθαρά χέρια, ας πούμε οι αστυνομικοί, ακόμα και οι γονείς!
Ο Λιχέιν έχει τους λόγους του να ενοχοποιεί τους πάντες που κυκλοφορούν και τσαλαβουτάνε μέσα σ΄ αυτήν τη φτωχογειτονιά της Βοστώνης. Μερικά χιλιόμετρα πιο μακριά, τα πανεπιστήμια τα λαμπρά. Μερικά χιλιόμετρα από εδώ, τα περιττώματα τα γνωστά. Δηλαδή, το Παιδί ως είδος συναλλαγής (απαγωγή). Το Παιδί ως δοχείο ηδονής (σεξουαλική κακοποίηση). Το Παιδί ως βαρίδι των γονιών. Το Παιδί ως υποκατάστατο άκληρων ζευγαριών. Το Παιδί ως οτιδήποτε εκτός από πλάσμα αυτόνομο, ανθρώπινο και κανονικό. Γι΄ αυτό «Gone baby gone». Δηλαδή- πλαγίως υπονοεί ο Λιχέιν- όχι ένα, αλλά πολλά είναι τα παιδιά που «εξαφανίζονται» απ΄ αυτήν τη γειτονιά. Επομένως αν το δούμε επαγωγικά, δύο τα συμπεράσματα τα καυτά: Πρώτο, όλα τα μέλη αυτής της μικρής κοινωνίας λαμβάνουν μέρος στο έγκλημα. Άλλοι το καλύπτουν, άλλοι μετέχουν, άλλοι αδιαφορούν, άλλοι πλαγίως συνεργούν. Άπαντες ένοχοι κακουργήματος. Όλοι- λέει- ο Λιχέιν «σκοτώνουμε» ή και σκοτώνουμε παιδιά. Η σηψαιμία έχει κακοφορμίσει κάθε κύτταρο της κοινωνίας. Έτσι δεν συνέβη στη Βέροια; Δεν κοιτάμε τις πομπές μας, μονίμως χλευάζουμε τους κακούς Αμερικανούς.
Και δεύτερο, ακόμα πιο ανατριχιαστικό, πως ακόμα κι αυτοί που θέλουν να κάνουν το καλό, ακολουθώντας τους τύπους και του νόμους, ακόμα κι αυτοί σπρώχνουν, χωρίς να το θέλουν, προς το κακό! Πώς συμβαίνει αυτό; Κοιτάξτε γύρω σας. Αναζητήστε τα αίτια μέσα σας. Επειδή δεν μπορώ να αποκαλύψω το φινάλε το ανατρεπτικό και καταλυτικό, αυτό που θα κάνει τους θεατές να χωριστούν σε δύο ομάδες και να συζητούν επί ώρες, ένα έχω να πω. Άραγε είναι το αίμα που δένει διά βίου δύο ανθρώπους ή τα αι σθήματα, η καρδιά, η ανιδιοτέλεια, η αλληλεγγύη και η προσφορά; Κάθε γονιός αυτομάτως είναι άξιος και καλός; Ο νόμος λέει πως τα ρούχα κάνουν τον παπά. Θα σας το πω πιο απλά. Δικαιωμένο στη συνείδηση της κοινωνίας το φονικό που διαπράττει ο Ορέστης με συνεργό την Ηλέκτρα. Ακόμα πιο πρόσφατα – και επίσης δραματουργικά- όταν στο «Μουσικό κουτί» του Κώστα Γαβρά, η Τζέσικα Λανγκ ανακαλύπτει πως ο πατέρας της υπήρξε καταδότης και συνεργάτης των Ναζί, τον στέλνει στη φυλακή. Ηθική υπεράνω γραπτών και νομικών διαδικασιών. Το αλάνθαστο Καλό είναι εκείνο που προκύπτει από τη σιωπηρή, κοινωνική αποδοχή!
Ο Μπεν Άφλεκ σ΄ αυτήν την πρώτη σκηνοθετική περιπέτεια και με εξαιρετικό ερμηνευτικό όργανο τον baby face αδελφό του Κέισι Άφλεκ (υποψήφιος β΄ ρόλου για τη «Δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς») ευτύχησε με την εξασφάλιση αυτού του συναρπαστικού μυθιστορήματος. Λογοτεχνικό εργαλείο, με διπλή αιχμηρή λεπίδα. Η πρώτη όψη είναι το είδος του φιλμ νουάρ. Η δεύτερη, ο πολυεπίπεδος, κοινωνικός και ηθικός προβληματισμός. Τα καταιγιστικά διλήμματα χειρουργούν την ανησυχία και την ευφυΐα του θεατή. Μια αστυνομική ίντριγκα καταλήγει σε μελέτη ολόκληρης της σύγχρονης κοινωνίας. Εξαιρετικό.
«Χωρίς ίχνη»
Η «εξαφάνιση» ενός τετράχρονου κοριτσιού
Διλήμματα καταιγιστικά
Με τον Νόμο ή με την Ηθική;
Από τη Βέροια στη Βοστώνη
Άπαντες συνένοχοι
Υποδειγματικό φιλμ νουάρ
ΒΑΘΜΟΙ=7
(στοιχειώνει μάτια και μυαλό)
Έτσι από τη μια ο θεατής διεισδύει ολόκληρος στην ίντριγκα. Έτσι ο ένας κύκλος φέρνει τον δεύτερο και ο δεύτερος τον τρίτο. Έτσι το ένα αδιέξοδο φέρνει το άλλο. Έτσι σκοτεινό το ποτάμι που διασχίζει υπόγεια αυτήν την γειτονιά. Έτσι, στο τέλος με την κορυφαία αποκάλυψη, ο θεατής βρίσκεται στριμωγμένος ηθικά. Έτσι το έγκλημα, εκτός από σωματικό καταλήγει να είναι εντελώς κοινωνικό, ηθικό και ιδεολογικό. Έτσι το φιλμ νουάρ λειτουργεί σαν ιμάντας ερωτηματικών, διλημμάτων και ιδεών. Έτσι μια ταινία από το πουθενά, από ένα πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη και μέτριο ηθοποιό, κερδίζει μία από τις πέντε- έξι πρώτες θέσεις του φετινού, αμερικανικού, σινεμά. Και σας βεβαιώ, αν ο Άφλεκ σε μερικές περιπτώσεις δεν σκηνοθετούσε τόσο απλοϊκά προκειμένου φυσικά να γίνει κατανοητός από ένα ευρύτερο κοινό, το «Gone baby gone» θα βρισκόταν στο ρετιρέ των είκοσι- τριάντα καλύτερων στιγμών του φιλμ νουάρ!
Με δυο λόγια: Στο Ντόρτσεστερ, φτωχογειτονιά της Βοστώνης, η θεία ενός «εξαφανισμένου» τετράχρονου κοριτσιού ζητάει τη βοήθεια ενός ζευγαριού ερευνητών τέτοιων δυσάρεστων ιστοριών. Όσο οι ντετέκτιβ (Κέισι Άφλεκ, Μισέλ Μόναγκαν) σκαλίζουν την υπόθεση τόσο το κουβάρι τυλίγεται γύρω από αυτήν την γειτονιά. Η μάνα (Έιμι Ράιαν) να κολυμπάει στα ναρκωτικά μέχρι τ΄ αυτιά. Ο εραστής της ρεμάλι, σφραγισμένο μέχρι τα μαλλιά. Και κοντά σ΄ αυτά, ένας σεσημασμένος, διεστραμμένος παιδόφιλος να κυκλοφορεί ανεξέλεγκτος προς όλα τα αδέσποτα παιδιά. Ποιος «εξαφάνισε» τη μικρή Αμάντα; Όσο ξεμπερδεύουν με τη μια φλούδα, μια δεύτερη, τρίτη, τέταρτη εμφανίζεται και κάνει τα πράγματα ακόμα πιο σκοτεινά. Όσο περνάει η ώρα τόσο πιο βαθιά και τόσο πιο ανατριχιαστικά. Κοντά στους δύο ιδιωτικούς ντετέκτιβ και η αστυνομία προσπαθεί να ανακαλύψει τους άθλιους απαγωγείς (Εντ Χάρις, Μόργκαν Φρίμαν).
Αλέν Ντελόν, όλα τα λεφτά
«Χαίρε Καίσαρα» οι υπήκοοι, «Αve moi» (Χαίρε σε μένα) ο αυτοκράτωρ Ιούλιος Καίσαρας και Αλέν Ντελόν. Χωρίς αυτόν και τον χαριτωμένο αυτοσαρκασμό του, ο τελευταίος «Αστερίξ» που πάει στην Ολυμπία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, θα κατέληγε άνοστος μουσακάς!
Αυτά που λέτε, λοιπόν. Ο μέγας γόης του ΄60, αυτός ο άρχων, αυτός ο φανατικός της γαλλικής Δεξιάς, αυτόν που κάποτε κι έτσι για πλάκα τον φωνάζαμε «Μπάρκουλη» του γαλλικού σινεμά, αποδεικνύεται τόσο ταλαντούχος, ώριμος και ανθεκτικός όσο κάθε μεγάλο, αληθινό αστέρι του παγκόσμιου σινεμά. Όλα λοιπόν περιστρέφονται γύρω από τον Καίσαρα Αλέν Ντελόν. Πλαγίως και σχεδόν απροκάλυπτα, ο σεναριογράφος Τομά Λανγκμάν, ένας από τους δύο σκηνοθέτες αυτής της φιλελληνικής, κωμικής, προσφοράς, αναφέρεται, στηρίζεται, διαπλέκεται με τον Αλέν Ντελόν. Διότι ο υιός και διάδοχος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που ονομάζεται- συμβολικά και σαρκαστικάΒρούτος,
«Ο Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες»
Στην Ολυμπία της Ηλείας
Αλέν Ντελόν, Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Ζιντάν, Σουμάχερ, Αντριάνα Καρεμπέ
Χαριτωμένο αλλά too long
ΒΑΘΜΟΙ=6
(Χαίρε, Αλέν Ντελόν)
κάνει ό,τι μπορεί για να απαλλαγεί από τον πατέρα και δυνάστη του Ιούλιο Καίσαρα. Διότι ο τελευταίος, κάθε φορά που ο Βρούτος τον παγιδεύει με άοσμο δηλητήριο ή με καθρέφτη που σκοτώνει, εκείνος τον υπηρέτη του φωνάζει. «Δοκιμαστή- προστάζει- ρίξε μια ματιά σ΄ αυτόν τον καθρέφτη». Τέζα ο υπηρέτης, ζωντανός ο Καίσαρας, ο αφέντης. Μ΄ έναν λόγο λοιπόν. Νo Αστερίξ. Υes Αλέν Ντελόν! Με δυο λόγια: Αδύναμος Γαλάτης ονόματι Καψουρίξ ερωτεύεται την Ειρήνη, πριγκίπισσα της Ελλάδας (Βανέσα Χέσλερ). Μεγάλη η χάρη μας. Οι Αστερίξ (Κλοβίς Κορνιγιάκ) και Οβελίξ (Ζεράρ Ντεπαρντιέ) αποφασίζουν να τον βοηθήσουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες έτσι ώστε εκείνος να κατατροπώσει τον άθλιο και ραδιούργο αντίζηλό του Βρούτο (Μπενουά Μπελβούτ), υιό του Ιούλιο Καίσαρα, και να αναδειχθεί πρωταθλητής, οπότε το πλάσμα της καρδιάς του να γίνει και γυναίκα της ζωής του. Όμως, στο μεταξύ ο Βρούτος συνάπτοντας σχέσεις με τρισάθλιους δαίμονες, σχεδιάζει να δηλητηριάσει τον μπαμπά του και να καταλάβει τον θρόνο της απέραντης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Όλοι οι λογαριασμοί θα πληρωθούν στην Ολυμπία, όπου οι Έλληνες έφοροι επινοούν ένα νέο σπορ με αθλητές που κλωτσάνε μια μπάλα (Ζιντάν), καθώς και με άλλους που πετάνε την μπάλα στο καλάθι ή που τρέχουν με τη Φόρμουλα 1 (Σουμάχερ). Ανάμεσα σε όλα αυτά, να τι πετιέται: η Αντριάνα Καρεμπέ που δεν κρατιέται!
Πίντερ κόβει, Κέιν ράβει
Η μεγάλη τέχνη της απλότητας. Ο Χάρολντ Πίντερ συνθέτει, ο Μάικλ Κέιν παίζει. Όλα τα υπόλοιπα ανούσια και περιττά. Πώς συμβαίνει με το φαγητό; Έτσι ακριβώς. Το ζουμερό, αυθεντικό φιλέτο δεν χρειάζεται σάλτσα, αλλά έναν καλό ουρανίσκο που να καταλαβαίνει τη διαφορά και να τρώει σωστά!
Το «Sleuth», αυτό το συναρπαστικό θεατρικό του Άντονι Σάφερ, με Λόρενς Ολίβιε και Μάικλ Κέιν την πρώτη κινηματογραφική φορά, το 1973 με τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Τζόζεφ Μάνκιεβιτς υπήρξε από τις αλησμόνητες απολαύσεις υποκριτικού ρεσιτάλ, γιατί και τα δύο αυτά θηρία ήταν ξεχωριστά. Σαράντα και πλέον χρόνια μετά, και ύστερα από παρέμβαση του Τζουντ Λο, το ίδιο έργο και με δίδυμο τον ίδιο στον ρόλο του Μάικλ Κέιν και τον Μάικλ Κέιν στον ρόλο του Λόρενς Ολίβιε, επανέρχεται με την ίδια φόρα και εντελώς ξεχωριστά. Όχι μόνο επειδή ο Μάικλ Κέιν είναι ακαταμάχητος σε ό,τι κάνει στην οθόνη, αλλά κυρίως επειδή το σενάριο το υπογράφει ο Χάρολντ Πίντερ.
Το σενάριο λοιπόν. Από εκεί όλα τα εξαιρετικά. Από εκεί τα διαφορετικά. Από εκεί η άσκηση ύφους, γραφής και το παιχνίδι της εξουσίας του πνεύματος, του χρήματος και της ιδιοκτησίας της καλής. Προσέξτε πόσο απλά. Όλο το έργο διαδραματίζεται εντός αγγλικού, παραδοσιακού πύργου, πλήρως ανακαινισμένου και εκμοντερνισμένου σε σημείο που θα το ζήλευε ακόμα και ο Μπιλ Γκέιτς. Ολόκληρη η αστική Μ. Βρετανία μέσα σε τέσσερις καλογυαλισμένους και hi tech τοίχους. Το παλιό με το καινούργιο αγκαλιά. Πάμε τώρα στους δύο ήρωες, στα ζωντανά. Ο Άντριου Γουάικ (Μάικλ Κέιν) ζάπλουτος, διάσημος συγγραφέας, ολομόναχος
«Παιχνίδια μυαλού»
Υποδειγματικό σενάριο Χάρολντ Πίντερ
Απολαυστική ερμηνεία Μάικλ Κέιν
ΒΑΘΜΟΙ=6 1/2
(περνάς καλά)
και στοιχειωμένος. Ζωντανή αλλά «ενταφιασμένη» η εξουσία του Άγγλου βασιλιά. Ο Μάιλο Τιντλ (Τζουντ Λο), ένα ρακένδυτο ζιγκολό, ένα ηθοποιάκι χωρίς ρόλους, μια κουτσουλιά, έχει αρπάξει μια ευκαιρία από τα μαλλιά. Η σύζυγος του ζάπλουτου Γουάικ στο κρεβάτι αυτής της κουτσουλιάς!
Αποτέλεσμα; Υπό διαπραγμάτευση η περιουσία του και υπό αμφισβήτηση το πέος, δηλαδή το κύρος του βασιλιά. Έτσι αρχίζει η μονομαχία ανάμεσα στους δύο διεκδικητές της ίδιας «περιουσίας». Έτσι από τη μια φαλλοκρατία, από την άλλη καπιταλιστική ιδιοκτησία, από την τρίτη πνευματική μονομαχία και στο τέλος, όταν όλα κρέμονται από μια τρίχα και όλα παίζονται από την αρχή, μπορεί να φτάσεις στο έγκλημα χωρίς τιμωρία. Απίστευτο. Όλα αρχίζουν από μια επίσκεψη. Όλα τελειώνουν μέσα στην απόλυτη αποκάλυψη Τρία τα κρατούμενα κατά σειρά. Πρώτα η πένα του Χάρολντ Πίντερ. Ύστερα το εξαιρετικό εργαλείο του Μάικλ Κέιν (χαζεύεις ό,τι κι αν παίξει, και όσο μεγαλώνει τόσο ωριμάζει και γοητεύει) και τέλος η σκηνοθεσία του Κένεθ Μπράνα. Α, ξέχασα τον Τζουντ Λο. Το παλικάρι κάνει ό,τι μπορεί, αλλά ακόμα έχει πολλά να μάθει, άφθονο ναρκισσισμό να πετάξει και πολύ καιρό για να ωριμάσει. Κ eep tr ying!
Ταρκόφσκι πάνω απ΄ όλους
«Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν». Η πρώτη μεγάλου μήκους ασπρόμαυρη αντιπολεμική, λυρική, υπαρξιακή αλλά και σκληρή αφήγηση του Αντρέι Ταρκόφσκι, γυρισμένη το 1962, από διήγημα του Βλαντίμιρ Μπογκομόλοφ και με σενάριο τόσο του ίδιου του συγγραφέα όσο του Ταρκόφσκι αλλά και του Αντρέι Κοντσαλόφσκι, μ΄ έναν δεκατριάχρονο πρωταγωνιστή, το «απόλυτο ιερό τέρας» της κινηματογραφικής σκηνής. Ταινία που συνοδεύεται από τρεις σπουδαστικές του ασκήσεις, με πρώτη τους «Φονιάδες» (από το μυθιστόρημα του Χέμινγουεϊ), στην οποία μετέχει ως βοηθός και η δική μας Μαρία Μπέικου, συμφοιτήτρια του Ταρκόφσκι στη μεγάλου του γένους κινηματογραφική σχολή, το VGΙΚ. Το στόρι κόντρα σε οτιδήποτε είχε γίνει μέχρι τότε στη σοβιετική κινηματογραφία με «θέμα» τον ηρωισμό και την πατρίδα. Ορφανό δεκατριάχρονο, κοκαλιάρικο πλάσμα, με ρίσκο τη ζωή του, πηγαινοέρχεται στις γραμμές των Γερμανών και επιστρέφει στους δικούς του με τις θέσεις των εχθρών. Ο απόλυτος ιχνηλάτης, ο ακατανίκητος πράκτορας, ο απίστευτος πατριώτης. Όταν όμως οι ανώτεροι αποφασίζουν να τον στείλουν στη στρατιωτική ακαδημία, ο Ιβάν αντιδρά και με θράσος διεκδικεί την αυτονομία του και την ελευθερία του. Η θυσία του, προσωπική επιθυμία του. Η αναρχία του, συνειδητή επιλογή του. Η αυτονομία του, μοναδική διαδρομή του. Έτσι, πλαγίως πλην όμως ορατώς, ο Ταρκόφσκι θέτει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της κομματικής γραμμής. Έτσι βγάζει το Άτομο και υποβιβάζει το Σύνολο. Έτσι, και μάλιστα σ΄ ένα τόσο καυτό θέμα, όπως ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος των είκοσι εκατομμυρίων και πλέον σοβιετικών νεκρών, ο Ταρκόφσκι προτάσσει το Εγώ και υποτάσσει το Εμείς. Εντελώς γνήσιος, γι΄ αυτό αιρετικός. Εντελώς καλλιτέχνης, γι΄ αυτό καθόλου υποταγμένος και κομματικός. Κοντά σ΄ αυτά και ακολουθώντας την ίδια παρέκκλιση από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, σκηνοθετεί εντελώς ανάποδα, δηλαδή αιρετικά. Χωρίς αφηγηματική,
ΒΑΘΜΟΙ=8
(άθικτο, άφθαρτο, ξεχωριστό)
στρωτή γραφή, με αιφνιδιαστικά κοντινά και απότομα μακρινά, με πλάγιες, ισχνές, πνευματικές, δηλαδή, θρησκευτικές αναφορές και διαρκή εναλλαγή, από τον λυρισμό στον σκληρό ρεαλισμό. Ο Ιβάν είναι προάγγελος της εμφάνισης και καθιέρωσης της πιο ταραγμένης καλλιτεχνικής προσωπικότητας που πέρασε τα τελευταία σαράντα χρόνια από τη Ρωσία!
Δύο ακόμη πρεμιέρες
«Εύκολο χρήμα» (Μad Μoney). Ασήμαντη κωμωδιούλα της Κάλι Κιούρι, όπου τρεις άφραγκες καθαρίστριες σε τράπεζα καταστροφής
ΒΑΘΜΟΙ=3
(τρεις αυτές, τρία κι εγώ)
πολυχρησιμοποιημένου χρήματος σουφρώνουν τουβλάκια που προορίζονται να γίνουν στάχτη, κι έτσι αντί να καεί, ανακυκλώνεται το χαρτί! Έξυπνη ιδέα, άχρωμη, άοσμη και απρόσωπη επεξεργασία. ΝταΪάν Κίτον, Κουίν Λατίφα, Κέιτι Χολμς.
«La Αntena»: Από την Αργεντινή και τον Εστεμπάν Σαπίρ, μια απίστευτης επεξεργασίας, καλλιτεχνική άσκηση φόρμας, αλλά ελάχιστης σεναριακής ουσίας. Εξαιρετική απομίμηση βωβού κινηματογράφου, όπου οι επιρροές αρχίζουν από
ΒΑΘΜΟΙ
ΑΚΡΑΙΟΣ ΦΟΡΜΑΛΙΣΜΟΣ
Χάρολντ Λόιντ και φτάνουν μέχρι τη «Μητρόπολη» του Φριτς Λανγκ. Ο μίστερ Τηλεόραση έχει καταφέρει να υπνωτίσει και έτσι να αφαιρέσει τη φωνή και τον λόγο των θεατών. Όμως, ένα τυφλό παιδί παρέα μ΄ ένα ζευγάρι καταφέρνουν να κουρδίσουν την παλιά μηχανή και να επαναφέρουν σε όλους τη δική του φωνή.







