Ο ερωτικός Μορίς Μπεζάρ, λάτρης της μουσικής και της Ελλάδας, ο χορογράφος που μας έμαθε πως «η ζωή είναι ένα μπολερό», πέθανε στα 80 του
O Μορίς Μπεζάρ, ο χορευτής και χορογράφος που έμαθε τον κόσμο να αγαπά τον χορό, έφυγε χθες στα 80 του χρόνια. Η υγεία του είχε εξασθενήσει και νοσηλευόταν για δεύτερη φορά σε νοσοκομείο της Λωζάννης, ακολουθώντας αυστηρή θεραπεία για την καρδιά και τα νεφρά του.

«Έβγαλα τον χορό από τις αίθουσες της όπερας για να τον μεταφυτεύσω στα παλέ ντε σπορ, στους Ολυμπιακούς Αγώνες, στο Φεστιβάλ της Αβινιόν», έλεγε με υπερηφάνεια για τον στόχο του να φέρει κοντά στο ευρύ κοινό τον χορό. Γεννημένος την 1η Ιανουαρίου 1927 στη Μασσαλία, ο Μορίς Μπερζέ (ο οποίος αργότερα υιοθέτησε ως φόρο τιμής στον Μολιέρο, το πατρώνυμο της συζύγου του τελευταίου, της Αρμάντ Μπεζάρ), ήταν γιος του φιλοσόφου Γκαστόν Μπερζέ. Στα επτά του χάνει τη μητέρα του και ο πατέρας αναλαμβάνει διπλό ρόλο: τον φροντίζει, τον διαβάζει, του φτιάχνει τα παιχνίδια. Τον παίρνει μαζί του και στην αντίσταση, με τους Μακί.

«Ο Μπεζάρ θα κρατήσει από αυτόν τον πατέρα- μητέρα μια αίσθηση των ασαφών ορίων, όπου το αρσενικό ανατρέπεται μέσα στο θηλυκό. Οι διαρροές ταυτότητας, οι μεταμφιέσεις, θα γίνουν άξονας του έργου του. Όπως και οι νεκροί ήρωες των παιδικών του χρόνων: Σαίξπηρ, Μολιέρος, Βάγκνερ», γράφει η εφημερίδα «Le Μonde» το 1994 για τα 40 χρόνια του στον χορό.

Θα κηδευθεί (με πολιτική κηδεία, καθώς είχε ασπασθεί στο τέλος τον βουδισμό) τη Δευτέρα στο θέατρο «Μετροπόλ» της Λωζάννης

Άρχισε τις σπουδές του με φιλοσοφία, όμως αφοσιώθηκε στον χορό με τον οποίο ασχολήθηκε από τα 14 του, για να δυναμώσει το ασθενικό σώμα του. Το 1952 υπογράφει και χορεύει την πρώτη του χορογραφία, «Το πουλί της φωτιάς» του Στραβίνσκι. Το Παρίσι αντιδρά στους νεωτερισμούς του. Φεύγει για τις Βρυξέλλες και ανταπαντά με την «Τελετουργία της Άνοιξης» εισπράττοντας θριαμβευτική υποδοχή.

Εκεί ιδρύει το 1960 τα Μπαλέτα του 20ού αιώνα. Μια ομάδα χορού με διεθνή χαρακτήρα, για τη σύνθεση της οποίας οργώνει όλον τον κόσμο για να συμπεριλάβει τον κοσμοπολιτισμό του στις χορογραφίες: «Τανχόιζερ», «Παραλλαγές για μια πόρτα κι έναν αναστεναγμό», «Ρωμαίος και Ιουλιέττα», «Λειτουργία για τον χρόνο», «Μπαχτί», «Το σφυρί χωρίς αφέντη», «Μπολερό» (το οποίο αποτελεί και το θρυλικό φινάλε στην ταινία του Κλοντ Λελούς «Η ζωή είναι ένα μπολερό»).

To 1984 ασπάζεται τον ισλαμισμό κι αφήνεται στη γοητεία της Ανατολής. Η μετεμψύχωση τον ελκύει. Οι Ιάπωνες του δείχνουν τη λατρεία τους, αλλά οι Αμερικανοί του επιτίθενται με κριτικές. Ο Μπεζάρ άλλωστε δεν είναι μοντέρνος χορογράφος. Διατηρεί την τεχνική του κλασικού χορού κι ανακαλύπτει συναρπαστικούς χορευτές, όπως ο Χόρχε Ντον, η Σιλβί Γκιλέμ, ο Ντανιέλ Λομέλ για να διηγηθούν τη ζωή της εποχής του: τη μοναξιά, τον ερωτισμό, την ηδονή, τον πόνο, τον θάνατο.

Σώματα γυμνά, πράξεις ερωτικές, σκηνικό από τσίρκο, φώτα, παράξενα κοστούμια. Σε κάθε χορογραφία (η τελευταία είναι ο «Ζαρατούστρα» του 2006, βασισμένη σε κείμενα του Νίτσε) ο Μπεζάρ επαναλαμβάνει την άποψή του ότι δεν είναι χορογράφος, αλλά θέλει να είναι ο άνθρωπος ενός «συνολικού θεάματος».

Ήταν ο φιλέλληνας που είχαμε μάθει να προσμένουμε τα καλοκαίρια. Από την Επίδαυρο μέχρι το Ηρώδειο και μετά τις αρχές του ΄90 και τους χειμώνες μας στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. «Χρωστάω πολλά στην ελληνική ψυχή και την ελληνική μουσική» είχε δηλώσει στα «ΝΕΑ» το 2002 όταν ήρθε στην Ελλάδα για να τιμήσει «δύο φίλους και δύο ιδιοφυΐες της μουσικής, τους Μίκη Θεοδωράκη και Μάνο Χατζιδάκι», παρουσιάζοντας τους «Επτά ελληνικούς χορούς».

Γεμάτος ενέργεια παρά την προχωρημένη ηλικία του, έλεγε ότι «για μένα ο χορός είναι τρόπος ζωής. Ο χορός είναι η πρώτη δραστηριότητα του ανθρώπου. Υπήρχε και πριν από το θέατρο».

Το 1963 ο Μορίς Μπεζάρ επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα και το Ηρώδειο και επειδή αρνήθηκε να παραστεί σε προγράμματα της χούντας, επέστρεψε ξανά το 1976.

Ώς το 2002 ο Μπεζάρ βάζει την Ελλάδα στον χάρτη των Μπαλέτων του 20ού αιώνα, τα οποία μετά την εγκατάσταση τους στην Ελβετία το 1987 μετονομάζει Μπαλέτα της Λωζάννης.

Αρχές του ΄60 είχε ήδη συναντηθεί με τον Μάνο Χατζιδάκι. Συνεργάστηκαν στους «Όρνιθες», το 1988 δούλεψαν στον «Διόνυσο» που παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο και το 1993 χορογράφησε τις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς» σε παγκόσμια πρώτη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. «Την Ελλάδα και τον Μάνο τους γνώρισα την ίδια εποχή. Ο ένας ανασαίνει τον άλλο. Και οι δυο μαζί είναι η ένωση κάποιας Πνοής και μιας αιώνιας έννοιας της ζωής», έγραφε ο Μπεζάρ στις «Μπαλάντες».


«Το παρόν είναι ο χρόνος που έγινε αιωνιότητα»

«Δεν πρέπει να είναι ελιτίστικος ο χορός. Είναι μια παγκόσμια γλώσσα που φέρνει κοντά τους ανθρώπους. Στους παραδοσιακούς χορούς όλου του κόσμου το πρώτο που κάνουν οι χορευτές είναι να δώσουν τα χέρια».

«Ο χρόνος μάς κατοικεί και σταδιακά μάς καταστρέφει.

Μεγαλώνει και γερνάει μαζί μας. Ο χώρος, από την άλλη, υπάρχει μόνο μέσα από τα αντικείμενα. Κι εμείς δεν είμαστε παρά ένα αντικείμενο μέσα σε αυτόν. Ο χορός μάς βοηθάει να σμιλέψουμε τον χώρο που μας περιβάλλει.

Αρκεί να ζούμε στο παρόν, το οποίο είναι ο χρόνος που έγινε αιωνιότητα».

«Το έργο ενός δημιουργού είναι ένας λαβύρινθος όπου διακινδυνεύει να χαθεί αν αφεθεί στο ρίσκο της περιπλάνησης στο παρελθόν».


«Τελείωσε ο αιώνας του χορού»

«Ο Μπεζάρ κατέστησε τον 20ό αιώνα τον αιώνα του χορού. Με τη φυγή του, τώρα, τέλειωσε για μένα και ο 20ός αιώνας. Πιθανόν και ο χορός... Σύστησε τον χορό ανά τον κόσμο», είπε στα «ΝΕΑ» ο Ντανιέλ Λομέλ - ο μοναδικός εν Ελλάδι μαθητής και φίλος του Μπεζάρ, ιδρυτής του Αέναου Χοροθεάτρου- που θυμάται τις εκατοντάδες παραστάσεις που έδωσαν μαζί. «Όταν τον σκέφτομαι, μου ΄ρχεται στον νου ένα μπαλέτο που χόρευα με τον Νουρέγιεφ: ο "Οδοιπόρος", σε μουσική Μάλερ. Αυτό ήταν ο Μπεζάρ. Ο οδοιπόρος του Μάλερ».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από