Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς ρολόι και χωρίς ύπνο. Ο Θέμης Αδαμαντίδης προκαλεί τα νέα- αυστηρά επαγγελματικά- ήθη του τραγουδιού και εξηγεί πώς μπορεί να φανεί χρήσιμο ένα τζετ σκι...

Hλάμψη από τον προβολέα έκανε το εφέ της καθώς το τραγούδι έφτανε στο φινάλε και το κοινό χειροκρότησε το «Μy Way» από έναν απρόσμενο ερμηνευτή. Το «άγιο» τραγούδι του Σινάτρα βλέπετε το έχουν πει πολλοί απρόσμενοι. Το έχει πει ο Σιντ Βίσιους με εκείνο το αλησμόνητο λευκό σακάκι, το είπε ο Θέμης Αδαμαντίδης, εν μέσω βραβείων Αρίων .

«Είχαμε δυο μέρες πρόβα και τους είχα πει ότι δεν γίνονται αυτά. Τελικά το είπα». Απέναντί μου, τώρα, παραμονές άλλης μιας μελωδικής συνάντησης- με τον Μάριο Τόκα- ο Αδαμαντίδης παραδέχεται πως είναι ρομαντικός τύπος, «όσο πρέπει». Δεν είναι δύσκολο να διακρίνεις ένα his way καθώς μιλάει, έναν «δικό του τρόπο» στη διαχείριση του μουσικού του βίου εδώ και χρόνια.

Γ ιατί ένα πράγμα είναι βέβαιο: δεν μπήκε στο τραγούδι για να μείνει. Μπήκε και έμεινε.

«Με τα προγράμματα, δεν είμαι καλός», το λέει. «Δεν μ΄ αρέσει να προγραμματίζω γιατί πιστεύω πως δεν σε αφήνει η ζωή να το κάνεις. Όλα παίζονται πάνω στη στιγμή. Κάθεσαι, κοιτάς μια βιτρίνα λίγο παραπάνω, και γλιτώνεις ένα ατύχημα. Ένα δευτερόλεπτο σού αλλάζει τη ζωή. Έτσι δεν βάζω πρόγραμμα και έχω αποφύγει παγίδες χάρη σε αυτό. Πιστεύω στη ροή των πραγμάτων. Κοίτα, δεν φοράω καν ρολόι».

Στη συνέντευξη πάντως δεν άργησε. Έχει ένα «ρολόι» που τον κρατάει σε επαφή με τις υποχρεώσεις της δουλειάς- είναι μάλλον το ένστικτό του. Από την άλλη, δεν χρειάζεται να σου τα διατυπώσει αυτά, πάνω κάτω φαίνονται. Η καριέρα του όλα αυτά τα χρόνια έχει κάποιες «αδαμαντίδιες» αρχές. Προσπαθώ να τις ανιχνεύσω. Ανάβει τσιγάρο. « Όχι, μου λέει, θυσία για τη δουλειά δεν έχω κάνει. Το βλέπω ότι όλοι κυνηγάνε κάτι, θέλουν την αρχηγία, όλα αυτά. Εγώ μάλλον κοιτάω να παίρνω ευχαρίστηση από αυτό που κάνω».

Η ευχαρίστηση από τη μουσική ήρθε νωρίς, από την οικογένεια στη Ρόδο και στην Καισαριανή, ταξίδεψε μετά, πήγε Σουηδία, τραγούδησε, ώσπου «είχε εκείνη την ιδέα η γιαγιά. Μου έλεγε να το καθυστερήσω λίγο πριν φύγω πάλι, είχε μιλήσει με τον Γιώργο Κατσαρό, γιατί είχε κλείσει θέση, να τραγουδήσω στο “Να η Ευκαιρία”».

Οι νεώτεροι που δεν θα θυμούνται, ας σκεφτούν ένα dream show με λιγότερα σκηνικά και διαφημίσεις. «Και τώρα, όταν με ρωτάνε, τους λέω αρπάξτε όποια ευκαιρία σας δοθεί. Όμως μη βγείτε έτσι, να έχετε προετοιμαστεί. Μη βρεθείτε να είστε όνομα και μετά να αρχίσετε μαθήματα».

Ετοιμάζεται για τις εμφανίσεις- σε δύο σκηνές φέτος (στο «Πλατό» και στο «Αvenue»)- καλή δύναμη, του λέω. «Εντάξει», απαντάει, «αντέχω». Αντέχει γιατί- λένε όσοι τον ξέρουν- περνάει δύο και τρία εικοσιτετράωρα στο πόδι. «Πιάνω τον εαυτό μου», συνεχίζει, «να τραγουδάω καλύτερα μετά. Μ΄ αρέσει κιόλας, βρίσκω και καμιά δικαιολογία, γιατί δεν θέλω να χάνω στιγμές». Εν ολίγοις, το παραδέχεται: «Ναι, ταξιδεύω κοντά στα όρια». Τ ο νιώθει βέβαια όπως ο καθένας αυτό, όπως επίσης καταλαβαίνει πως οι μπελάδες μπορεί να περιμένουν πίσω από τη γωνία.


«Αισθάνομαι σαν πύραυλος»

«Σαν σημαδέψεις αετό» είναι ένα από τα καινούργια τραγούδια του Μάριου Τόκα. Φωνή βαριά, περπατημένη, δυνατή. Ένα ζεϊμπέκικο και ένας καημός. «Πάνω ο Θεός κάτω εγώ» και «Άκου με πώς τραγουδώ». Σφραγίδα Τόκα. Συναισθηματικής φύσεως. Βγήκε τούτες τις ημέρες το CD. Ο Θέμης Αδαμαντίδης «Σε πρώτο πλάνο». «Αισθάνομαι»- λέει γι΄ αυτά τα τραγούδια- «σαν ένας πύραυλος που τον κατασκεύασαν και είναι έτοιμος να εκτοξευτεί». Αν έβγαζε το ζουμί από όλη αυτή τη δουλειά;

«Να το πω με μια φράση; Η αγάπη θα ζει για πάντα». Καλό είναι να τ΄ ακούς.
Με τζετ σκι στη συναυλία

«Αισθάνομαι περίεργα καμιά φορά σαν άτομο», λέει. «Όπως, ας πούμε, καταλαβαίνω πως πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος που να πρέπει να αναλαμβάνει μερικά πράγματα, όμως θέλω να είμαι εγώ εκεί. Να απαντώ εγώ, όχι να μου τηλεφωνούν και να τους λέω σαν να είμαι κανένα παιδάκι πως πρέπει πρώτα να ρωτήσω την εταιρεία μου». Στην εταιρεία, βέβαια, θα είναι πάντα πρόθυμοι να βοηθήσουν, αρκεί (φαντάζομαι) να βοηθούν και οι περιστάσεις. «Να, μια φορά», συνεχίζει, «είχα πάει στη συναυλία με τζετ σκι». Ενδιαφέρον, του λέω. «Από τη Ραφήνα στον Βόλο». Ακόμη πιο ενδιαφέρον. «Είχα σταματήσει στα Καμένα Βούρλα για ψαράκι, ξαναγέμισα το ντεπόζιτο και έφυγα. Έφτασα στον Βόλο ενώ είχε νυχτώσει. Είχα πει σε έναν φίλο μου να με περιμένει λίγο έξω από το λιμάνι, είχε φέρει και το αυτοκίνητό μου εκεί με αναμμένα φώτα για να το δω στο σκοτάδι. Το είδα, βγήκα, έκανα ένα ντους και πήγα στη συναυλία». Χαμηλώνει τη φωνή του. «Πάντα πάω. Μπορεί να αργώ λίγο, αλλά πάντα πάω».