|
|
|
|
Με δυο λόγια. Όχι «Αβάνα, χαμένη πόλη» αλλά Άντι Γκαρσία, χαμένος στην
παραγωγή, το σενάριο, τη σκηνοθεσία, τη μουσική. Θα μου πείτε, ο καθείς με τις
απόψεις, τον δείκτη ευφυΐας του, ακόμα και τις ανοησίες του. Μαζί σας. Αλλά
διάολε, όλοι, ακόμα και οι ανεγκέφαλες θυγατέρες του Τζόρτζι έχουν ακούσει για
το έγκλημα. Διάολε, η Κούβα της Fruit company και του Μπατίστα, απέραντο
πορνείο, απέραντο καζίνο, απέραντη μπανανία, απέραντη πείνα, απέραντη
δυστυχία, απέραντη φυλακή, απέραντη δικτατορία. Δηλαδή γιατί οι Κουβανοί
κατουρήθηκαν από τη χαρά τους βλέποντας την παρέα του Φιντέλ να παρελαύνει
στην Αβάνα; Επειδή είχαν ξεσκονίσει όλη τη βιβλιογραφία του μαρξισμού και του
λενινισμού; Σαν δεν ντρεπόμαστε!
Για να καταλάβετε τι ακριβώς συντελείται επί δύο ώρες και είκοσι λεπτά
ατελείωτης, κατάμαυρης, πολιτικολογίας, τρία πράγματα θα σας πω. Το πρώτο, ο
Άντι Γκαρσία, ομοίωμα από το «Godfather 3» του Κόπολα, μπαινοβγαίνει
φρεσκοξυρισμένος, χτενισμένος με φιλέ και μπριγιαντίνη, σιδερωμένος και
ατσαλάκωτος με διαφορετικά πουκάμισα, γραβάτες, κοστούμια, παπούτσια,
φουλάρια, σώβρακα και κάλτσες. Περίπου πασαρέλα σε latin style. Ο αθεόφοβος
πρέπει να κατανάλωσε τα μισά δολάρια της παραγωγής στην προσωπική του
γκαρνταρόμπα!
|
«Αβάνα, χαμένη πόλη». Δημοκρατικός… Νονός ο Άντι Γκαρσία στην Αβάνα του Μπατίστα!
|
Το δεύτερο, ο μουσικοχορευτικός, μονότονος, γραφικός παροξυσμός. Βάζω στοίχημα
ότι ακόμα και οι λάτρεις της σάλσα θα βουλώσουν τ’ αυτιά τους ή στη χειρότερη
περίπτωση θα μισήσουν τη μουσική latin. Κάθε αφηγηματική σκηνή (ας πούμε
δραματική) αρχίζει και τελειώνει με χορογραφημένα στιγμιότυπα. Σαν να
παρακολουθείς παράσταση Φεστιβάλ Αθηνών και Ηρωδείου με κοσμοπολίτικο
κουβανέζικο συγκρότημα σε χορογραφημένα στιγμιότυπα. Τώρα τι βλέπω; Σαλονάτο
μιούζικαλ και βιντεοκλίπ;
Το τρίτο – κορωνίδα και αποθέωση αυτής της ατελείωτης γυαλισμένης μουντζούρας
– η παραλίγο σωτηρία της Κούβας από τον Άντι Γκαρσία. Και από τον Μπατίστα
αλλά (κυρίως) από την επαναστατική αλητεία του Τσε και του Κάστρο. Έτσι
ακριβώς, χωρίς μισή τόση δα υπερβολή. Ένα φουσκωμένο, παρφουμαρισμένο παγώνι,
συμβουλεύει, συμφιλιώνει, αμπελοφιλοσοφεί, καταστρώνει, προβλέπει,
αποφυλακίζει, τολμάει, τιμωρεί, ακόμα και τον Τσε φτύνει. Άνθρωπος ορχήστρα.
Και με looks και με μυαλό και με κοχόνες και με καρδιά. Εδώ είναι που λένε
«κορίτσια ο Μπάρκουλης»!
Τι είναι όλα αυτά; Συμφορά από μια απέραντη φιλοδοξία μιας εξίσου απέραντης
μωρίας. Και παραγωγός και σεναριογράφος και σκηνοθέτης και μουσικός (όπως τ’
ακούτε ακριβώς) και πρωταγωνιστής της εξής μπούρδας με την οποία ξαναγράφει
την Ιστορία. Δηλαδή αρχοντική οικογένεια στην Αβάνα του 1959 με τρεις
απογόνους, εκ των οποίων: Ο πρώτος, εξωμότης της παράδοσης και της
οικογένειας, ένας πατροκτόνος, εγκαταλείπει τη μάνα, τον πατέρα και τις αρχές
που τον έθρεψαν και στρατολογείται στη συμμορία του Κάστρο. Ο δεύτερος,
ακολουθώντας το παράδειγμα του πρώτου, στρατεύεται σε μια αυτοσχέδια οργάνωση
επαναστατών με προορισμό τη δολοφονία του Μπατίστα. Ο τρίτος, όμως, ο Γκαρσία,
βράχος δημοκρατικής συνείδησης και ακλόνητος φρουρός των οικογενειακών
παραδόσεων, ιδιοκτήτης καλλιτεχνικού καμπαρέ (!), μαζεύει τα κομμάτια,
παρηγορεί τη χήρα του άμυαλου αδελφού του, ορθώνει το ανάστημά του, τείνει
χείρα βοηθείας σε κάθε ασθενή και οδοιπόρο και στο τέλος, απογοητευμένος,
απελπισμένος, μόνος και ανυπεράσπιστος, αποφασίζει να πάρει των ομματιών του.
Μακρόνησος η δύστυχη πατρίδα. Εφιάλτες τα όνειρά του. Τι να κάνει; Να φύγει
κατά μεριά Μαϊάμι. Κάπως έτσι ο Νονός βρήκε την ελευθερία του και κάπως έτσι
ξεβρώμισε η Κούβα. Κυρίες μου, θα σας στενοχωρήσω. Επί της εγκεφαλικής ουσίας,
κοντορεβυθούλης ο Άντι Γκαρσία!
Οι καρχαρίες ζουν μέσα μας
|
|
Είναι αυτό που λέμε «κόλαση ο παράδεισος». Από τη «ζωή χαρισάμενη» στο στόμα
του Χάρου. Το σκεφτήκαμε, το διαβάσαμε, το είδαμε. Στις ταινίες φυσικά. Καβάλα
σε χλιδάτο γιοτ δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, να διασχίζεις τα κύματα και να
αισθάνεσαι σαν πρίγκιπας. Ώσπου, έτσι μέσα σε στιγμιαία μέθη, σαλτάρουν στα
βαθιά νερά και μέχρι να πουν κύμινο έχουν καταλήξει στον απόλυτο κίνδυνο. Και
τώρα, μάγκες, πώς θα σκαρφαλώσουμε στο σκάφος;
Κάπως έτσι αρχίζει το «Adrift – Χαμένοι στον ωκεανό» του «άγνωστου» Γερμανού
Χανς Χορν, σε μια αγγλόφωνη παραγωγή με δευτεράτζες μέτριους έως ασήμαντους
ηθοποιούς. Τρία αρσενικά, τρία θηλυκά και ένα μωρό στην κούνια, εντός
λουσάτης, αυτοματοποιημένης σκαφάρας ενός εξ αυτών. Όλοι γνωστοί από τα
σχολικά θρανία. H επανασύνδεση συμμαθητών σε κρουαζιέρα καλής χαράς με
προορισμό τον τρόμο!
Πρώτη αντίδραση, όταν άπαντες κολυμπούν και το μωρό κοιμάται του καλού καιρού,
ο πανικός. Κάποιος αρπάζει την άκρη της αμερικανικής σημαίας. Χρατς, σάπια η
αστερόεσσα, πάρ’ τον κάτω. Κάποιος ακούει το κινητό του, βουτάει το σακάκι που
κρέμεται στην κουπαστή, ακούει τη χαρμόσυνη φωνή της αδελφής του – Happy
birthday του λέει – αλλά πριν προλάβει να στείλει «Μέιντέι» η συσκευή βουλώνει
από τους πανικόβλητους κολυμβητές του ωκεανού. Τζίφος.
|
«Χαμένοι στον ωκεανό». Και τώρα πώς θα σκαρφαλώ-σουμε στο γιοτ;
|
Δεύτερη αντίδραση οι σκοτωμοί. Πέντε φιλοξενούμενοι εναντίον του ιδιοκτήτη.
«Εσύ φταις, εσύ μας παρέσυρες, εσύ δεν φρόντισες». Κατάληξη; Τα μαχαιρώματα.
Έτσι οι μικροί Ινδιάνοι από έξι γίνονται πέντε. Τρίτη αντίδραση, οι
συμπτώσεις. Το δόξα πατρί του κεφαλιού ενός εξ αυτών, κοπανιέται με φόρα πάνω
σε σίδερο της καρίνας. Τέσσερις οι μικροί Ινδιάνοι. Τέταρτη αντίδραση, η
κούραση, η απελπισία, ο πνιγμός. Δύο οι μικροί Ινδιάνοι συν το μωρό. Στο
μεταξύ έχει βραδιάσει, στο μεταξύ ο ουρανός έχει βαρύνει, η θάλασσα θυμώνει,
τα κύματα αγριεύουν και οι δυνατές, χοντρές σταγόνες της τροπικής βροχής σαν
μαχαίρια πέφτουν και όλες ακόμα και τις πιο απίθανες ελπίδες σκοτώνουν!
Θα μου πείτε, τέτοια πράγματα καλοκαιριάτικα; Να σας απαντήσω. Αν λάβεις υπόψη
την πρωτοφανή ξεραΐλα των αιθουσών. Αν ακόμα λάβεις υπόψη την καλογραμμένη
σκηνοθεσία. Σε κρατάει δηλαδή. Και αν τέλος πολλαπλασιάσεις όλα αυτά με την
πλήρη απουσία έστω και ενός καρχαρία, ε τότε αξίζει τα λεφτά του. Διότι ο
Γερμανός, κλείνοντας το μάτι πονηρά, ούτε λίγο ούτε πολύ μετατρέπει πλαγίως
ένα θρίλερ τρόμου σε κοινωνική αλληγορία. Όπως τα φαντάσματα, οι ενοχές και τα
βαθιά κρυμμένα μυστικά, έτσι και με τους καρχαρίες. Ζουν μέσα μας με κοφτερά
δόντια που τρώνε το μέσα και το έξω μας!
Κόντρα στα κλισέ του θρίλερ
|
|
Τηρουμένων των αναλογιών και των άνυδρων ταινιών, καλύτερη επιλογή και
καλύτερη απ’ όλες τις φρέσκιες πρεμιέρες του καλοκαιριού, το γαλλικό,
ψυχολογικό θρίλερ της Αν Φοντέν «Entre ses mains» (Ανάμεσα στα χέρια του).
Μπράβο στην κυρία. Κόντρα στα κλισέ, κόντρα στα τυποποιημένα και προβλέψιμα,
κόντρα σε όλα!
H αφετηρία συμβατική. Το ίδιο και οι ήρωες. Το ίδιο και η σκηνοθεσία.
Τριανταπεντάρα παντρεμένη με παιδί (Ιζαμπέλ Καρέ) εκείνη. Με ταγιεράκι και
γυαλιά γραμματέως. Σαραντάρης, εργένης, ασχημούλης εκείνος (Μπενουά Πελβόρντ).
Με κοστούμι, γραβάτα και καλή δουλειά. Ασφαλίστρια εκείνη, κτηνίατρος εκείνος.
H γνωριμία αρχίζει με κόντρα. H αποζημίωση από νερό και υδραυλικά είναι
ελάχιστη συγκριτικά με τη ζημιά. Τι βλέπω τώρα; Tea time φιλάνθρωπων κυριών;
Υπομονή!
|
«Ανάμεσα στα χέρια του». Θρίλερ χωρίς σταγόνα αίματος!
|
Πάνω στο ημίωρο ακούς – έτσι, από το ραδιόφωνο – για το τέταρτο θύμα ενός
μανιακού δολοφόνου της Λιλ που έχει βάλει αμανάτι να απαλλάξει την πόλη από
κάθε γυναικεία παρουσία. Πάνω εκεί – με την υποψία ότι μπορεί να είναι ο
σίριαλ κίλερ – η ασφαλίστρια βυθίζεται σ’ ένα ανεξέλεγκτο φλερτ με τον
κτηνίατρο. Οι πληροφορίες, πλάγιες και οργανικά ενσωματωμένες στον κύριο,
αφηγηματικό, κορμό, σπρώχνουν την προσοχή του θεατή με αόρατη ταχύτητα, τόσο
προς την αγωνία όσο και προς τον νοσηρό, παράνομο, ανολοκλήρωτο έρωτα. Στο
μεταξύ ίχνος αίματος, ίχνος δράσης του ασύλληπτου δολοφόνου επί σκηνής.
Ξέρουμε για τους φόνους, αλλά δεν βλέπουμε. Ξέρουμε για το φλερτ αλλά δεν
βλέπουμε ερωτική πράξη. Δηλαδή κορύφωση χωρίς δεκανίκια, χωρίς οπτικά εφέ,
χωρίς τίποτα.
Πάνω στο σαραντάλεπτο ο αθεράπευτος εργένης εξομολογείται την αμαρτία του. Του
αρέσουν οι γυναίκες. Πολύ μάλιστα. Του αρέσουν αλλά δεν ολοκληρώνει μ’ αυτές.
Το παιχνίδι, χωρίς τίποτα το επιλήψιμο, καλπάζει έξω από κάθε έλεγχο. Τόσο
εκείνου όσο και εκείνης. Το δηλητήριο ενσταλάζει, μολύνει, κακοφορμίζει. Ένα
βράδυ, σε μια ντισκοτέκ, όταν εκείνη μένει μόνη της και ψάχνει το σακάκι του
για να βεβαιωθεί, πέφτει πάνω στο νυστέρι του. Ο δολοφόνος σκοτώνει με
νυστέρι. Ο κτηνίατρος κυκλοφορεί τα βράδια με νυστέρι. Πρέπει να είναι ο
δολοφόνος. H είδηση για το πέμπτο θύμα ταρακουνάει τον θεατή, αλλά εκείνη όχι
μόνο δεν τον καταδίδει, ούτε από το νοσηρό παιχνίδι μπορεί να φύγει.
Ο θεατής βομβαρδίζεται από ερωτήματα. Γιατί δεν τον καταδίδει; Γιατί βάζει τον
εαυτό της σε κίνδυνο; Αλλά αν πράγματι είναι ο μανιακός δολοφόνος της Λιλ,
γιατί δεν τη σκοτώνει; Τι είναι αυτό που τη δένει μ’ αυτόν; Τι είναι αυτό που
τον εμποδίζει να απολαύσει την ηδονή του, σκοτώνοντας το εύκολο θύμα του;
H Αν Φοντέν υφαίνει έναν αόρατο ιστό γύρω από την αγωνία του θεατή. Χωρίς το
αστυνομικό, μυστηριώδες μέρος της ιστορίας, επεξεργάζεται και διαχειρίζεται το
σασπένς και τη σχέση των δύο αλλόκοτων εραστών με ωριμότητα, σοβαρότητα,
επάρκεια. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, ο θεατής παρασύρεται από τα υπόγεια
ρεύματα. Μια τυπική νομοταγής μικροαστή να γοητεύεται από τη νοσηρότητα ενός
(πιθανού) δολοφόνου. Διάολε, κάτι της καλύπτει. Κάτι από μέσα της ανακαλύπτει.
Το εσωτερικό της σύστημα απορρυθμίζεται και πέφτει σε μαύρη τρύπα. Ένας
ιδιόμορφος, μοναχικός τύπος, που εκτονώνει την τσαλακωμένη του λίμπιντο
σκοτώνοντας γυναίκες, σηκώνει τα χέρια μπροστά σε μια συμβατική ύπαρξη, στο
αντίθετό του, σε ό,τι μισεί και απεχθάνεται σ’ αυτή τη ζωή. Και έτσι, όσο
εκείνη ξεπερνάει τον φόβο της, τόσο εκείνος πολεμάει την αρρώστια του. Οι
ρόλοι αντιστρέφονται. Κτήνος ο κτηνίατρος, αθώο ζωάκι η ασφαλίστρια. Κι όμως.
Όσο περνάει ο χρόνος εκείνος αφοπλίζεται ενώ εκείνη μετατρέπεται σε γιατρό του
κτήνους. Το παιχνίδι των σχέσεων και η εσωτερική μας δύναμη είναι το
αναντικατάστατο θρίλερ της ανθρωπότητας, λέει η Φοντέν. Το υπογράφω με χέρια
και πόδια!
Και οι επτά είναι μέτριοι
|
|
Υστερόγραφο με το σπονδυλωτό «Ten minutes older – The trumpet» (10 λεπτά
αργότερα – H τρομπέτα) διά χειρός Άκι Καουρισμάκι, Βίκτορ Ενρίκε, Βιμ Βέντερς,
Βένερ Χέρτζοκ, Τζιμ Τζάρμους, Σπάικ Λι, Τσεν Κάιγκε. Μεγάλα ονόματα, μικρή
ταινία.
H πρώτη (του Καουρισμάκι) με ρακένδυτο ζευγάρι Φινλανδών να δραπετεύουν προς
Ίρκουτσκ και Σιβηρία. H δεύτερη (του Ενρίκε) με ασπρόμαυρα στιγμιότυπα, φτωχών
αγροτών. H τρίτη (του Βέντερς) με τρελαμένο Αμερικανό να διασώζεται από ένα
κορίτσι σε μια χαμένη εθνική στο βαθύ κράτος της Αμερικής. H τέταρτη (του
Χέρτζοκ) με τους δύο εναπομείναντες της τελευταίας πρωτόγονης φυλής του
Αμαζονίου που ανακαλύφθηκαν πριν από είκοσι χρόνια. H πέμπτη (του Σπάικ Λι) με
ασπρόμαυρα πορτρέτα παραγόντων της εκλογικής καμπάνιας του Αλ Γκορ να φλυαρούν
για την καλπονοθεία του Μπους στη Φλόριντα.
|
«10 λεπτά αργότερα: H τρομπέτα». Επτά σκηνοθέτες, επτά μικρού μήκους ταινίες
|
H έκτη (του Τζάρμους) με ασπρόμαυρα στιγμιότυπα μιας ενζενί σε τροχόσπιτο στα
γυρίσματα μιας ταινίας. Και η έβδομη (του Τσεν Κάιγκε) με αλλοπαρμένο Κινέζο
να μεταφέρει το αόρατο σπιτικό του και την αόρατη οικιακή πραμάτεια του.
Τίποτε άλλο; A ξέχασα. Καλογυρισμένα, χωρίς τρομπέτα, χωρίς συνδετικό κρίκο,
χωρίς διαχρονική αξία.

















