Τηρουμένων των αναλογιών, καλύτερη παρουσία αυτής της πληθωρικής εβδομάδας, το

σπονδυλωτό «All the invisible children» με επταμελές πλήρωμα γνωστών έως πολύ

γνωστών σκηνοθετικών υπογραφών. Μια παραγγελιά – δεν είναι κακό αυτό – Ιταλών

παραγωγών, με χορηγούς, ανάμεσα στους άλλους, την UNICEF, με κοινό παρονομαστή

το Παιδί ως υποκείμενο βίας, κακοποίησης και τραγωδίας και με αναμενόμενα

αποτελέσματα εντελώς πολιτικώς ορθά, πλην του επεισοδίου που υπογράφει ο

άτακτος, αιρετικός και θορυβώδης Εμίρ Κουστουρίτσα. Έχουμε και λέμε, με

αξιολογική σειρά:


«All the invisible children». Το «επεισόδιο» του Εμίρ Κουστουρίτσα, το μόνο

από τα επτά, μη «πολιτικώς ορθό»

1. «Blue Gipsy» («Μελαγχολικός Τσιγγάνος») του Εμίρ Κουστουρίτσα:

Αμούστακο αγόρι, αποφυλακίζεται από ίδρυμα ανηλίκων και αφού με δικτατορική

εντολή του μέθυσου πατέρα του βουτήξει πορτοφόλι, στη συνέχεια επιστρέφει,

οικειοθελώς και… ιπτάμενος στο αναμορφωτήριο, διότι καλύτερα τα σίδερα της

φυλακής, παρά η ελευθερία της «παιδοκτονίας». Είκοσι λεπτά συμπυκνωμένης

βαλκανικής τρέλας, με γκανγκ από βωβό κινηματογράφο, σουρεαλιστικές

καταστάσεις και ξέφρενο μουσικό μοτίβο από τον Στρίμπορ Κουστουρίτσα junior.

Το επιμύθιο αυτονόητο: ο κόσμος των μεγάλων «σφαγείο», αλλά και η ελεύθερη

κοινωνία της Σερβίας και του Μαυροβουνίου κόλαση για τα παιδιά.

2. «Jesus Children of America» του Σπάικ Λι: Μια βόλτα στην Αχερουσία,

στον προθάλαμο του Άδη. Το αίμα αθώας, μαύρης, πανέξυπνης κουκλίτσας,

μολυσμένο από το AIDS μάνας και πατέρα, που από το πρωί μέχρι το ξημέρωμα

τρυπιούνται και ξερνάνε. Ο Σπάικ Λι γρονθοκοπεί τα όρια ανθρωπισμού του θεατή.

Ενός θεατή βολεμένου στην πολυθρόνα του, τη δυτική ασφάλειά του και την

παροιμιώδη αφασία του. Διότι μπορεί το αίμα των γονιών να είναι μολυσμένο,

αλλά η σύριγγα, η βελόνα και όλα τα σχετικά εργαλεία προέρχονται από την

ανεργία, τον αναλφαβητισμό και το εμπόριο ναρκωτικών. Καλός σκηνοθέτης και

φιλάνθρωπος ο Σπάικ Λι.

3. «Song Song and little Mao» του Τζον Γου: Από την Κίνα και τον

βιρτουόζο του «Mission impossible», μια ιστορία με δύο κορίτσια στη σύγχρονη

κινεζική κοινωνία να ψάχνουν, να σκαλίζουν, να αναζητούν το μέλλον και να

σκοντάφτουν στο παρελθόν. Το επιμύθιο εντελώς χριστιανικό: σώστε τον κόσμο,

αγαπάτε τα παιδιά.

4. «Tanza» του Αφρικανού Μεντί Σαρέφ: Το Παιδί, ως αναλώσιμο υλικό

παράλογων, εμφυλιοπολεμικών κανιβαλισμών. Έτσι και ο μικρός Τάνζα παίζει με

χειροβομβίδες, σφαίρες και όπλα, όπως οι ανήλικοι Ευρωπαίοι σκοτώνουν την ώρα

τους με αυτοκινητάκια, στρατιωτάκια και videogames. Στερεή, απλή σκηνοθεσία,

αυτονόητη και φυσικά political correct ιστορία. Έτσι, για να έχουμε ήσυχη τη

συνείδησή μας. Αποτέλεσμα; Άντε το πολύ πολύ μερικές κυρίες να αποστείλουν

φραγκοδίφραγκα απενοχοποίησης στην UNICEF. Κάτι είναι κι αυτό!

5. «Bilu and Joao» της Κάτιας Λουντ, το «κορίτσι» που συνεργάστηκε με

τον Μεϊρέγιες για τη χορογραφία βίας στην «Πόλη του Θεού»: Δύο ρακένδυτα

ανήλικα (αγόρι-κορίτσι) φορτώνουν χαρτόκουτα και παλιοσίδερα και τα

ξεφορτώνουν σε μάντρα, προκειμένου με πενταροδεκάρες να βγάλουν το 24ωρο σε

παραγκούπολη του Σάο Πάολο. Σαν σκηνή από ντοκουμέντο με ίχνη δακρύων.

Αληθινό, συγκινητικό αλλά επίπεδο, προβλέψιμο και φιλανθρωπικό. Political

correct και η τριτοκοσμική Βραζιλία.

6. «Jonathan» της Τζόρνταν Σκοτ, με τη βοήθεια του πατρός Ρίντλεϊ Σκοτ

(«Άλεν», «Μπλέιντ ράνερ», «Μονομάχος»): Φωτορεπόρτερ (Ντέιβιντ Θιούλις) στα

πρόθυρα κατάρρευσης εξ αιτίας των τραγικών εικόνων που τράβηξε από όλα τα μήκη

και τα πλάτη της σύγχρονης τραγωδίας. Μοναδική του διέξοδος η επιστροφή στα

παιδικά χρόνια της αθωότητας. Να το εκλάβω ως κριτική για την εσωστρέφεια των

Δυτικών; Δεν φαίνεται. Να το εκλάβω ως διέξοδο και λύση; Δεν το πιστεύω!

7. «Ciro» του Στέφανο Βενουρόζο, ανιψιού του μακαρίτη σκηνοθέτη,

συγγραφέα και ηθοποιού Μάσιμο Τροΐζι, του αλησμόνητου «Il Postino». Δύο φίλοι

από εργατικές κατοικίες της Νάπολι ορμάνε να κλέψουν το Rolex ενός διερχόμενου

μοτοσυκλετιστή. Συμπαθές, αλλά στο ίδιο μοτίβο: παιδιά ενός κατώτερου Θεού.

Το διά ταύτα τριπλό: φιλότιμες προσπάθειες, επαγγελματικές σκηνοθεσίες,

αυτονόητα συμπεράσματα. Δύσκολοι οι καιροί για τα παιδιά. Το ξέρουμε. Μπας και

είναι ακόμα πιο δύσκολοι για καλλιτέχνες που σκέφτονται με όρους

τηλε-μαραθώνιου Προκόπη Δούκα και Μπήλιως Τσουκαλά;



Πολύ σκληρός για να πεθάνει Νο 100

Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου. H κρίση που διαπερνάει κάθε

κύτταρο του «χάρτινου» american cinema φέρει την ονομασία «no φαντασία». Επί

του προκειμένου «16 blocks», δηλαδή «16 τετράγωνα», δηλαδή Μπρους Γουίλις,

δηλαδή κουρασμένος, φορτωμένος ψυχολογικά μπάτσος, αλλά πολύ σκληρός για να

πεθάνει. Πάμε παρακάτω του Χόλιγουντ, παιδιά!

Πού να πάνε παρακάτω; Τους αφήνει το σίγουρο, το δεδομένο, το

πολυχρησιμοποιημένο; Τέλος πάντων. Έχουμε και λέμε. Για όσους και όσες

περιπλανώνται στα multiplex μαδώντας τη μαργαρίτα (να δω ή να μη δω τα «16

τετράγωνα»;). Άντε παιδάκι μου δυο τετράγωνα παρακάτω, να δεις κατιτί της

προκοπής. Τέλος πάντων…


«16 τετράγωνα». Μπρους Γουίλις πολύ σκληρός για να πεθάνει

Ο Μπρους Γουίλις, λοιπόν, κουβαλώντας όλες τις ταλαιπωρίες και τις δυστυχίες

του κόσμου στους σκληροτράχηλους ώμους του, αξύριστος και κοντοκουρεμένος,

λαμβάνει αποστολή να συνοδεύσει μαύρο γραφικό κλεφτρόνι ενώπιον ενόρκων για να

καταθέσει εναντίον διεφθαρμένων μπάτσων. Αυτό ήταν. Οι εν λόγω διεφθαρμένοι

μπάτσοι, με επικεφαλής τον εσαεί σε ρόλο διεφθαρμένου Ντέιβιντ Μορς, ορμάνε να

πάρουν τη μαύρη «μπουκιά» από την προστασία του Μπρους Γουίλις και το στόμα

της Δικαιοσύνης. Για να μη σας τρώω τον πολύτιμο χρόνο σας, η σκηνοθετική

διαδικασία που επέλεξε, αιχμάλωτος του σεναρίου, ο σοβαρός επαγγελματίας

Ρίτσαρντ Ντόνερ, είναι η εξής μονότονη και απλοϊκή: μια σκηνή φιλικό μπλα μπλα

ανάμεσα στον μπάτσο και το κλεφτρόνι (με συνακόλουθη ηθικοπλαστική

σημειολογία, δηλαδή λευκός με μαύρο, αστυνομικός με κλεφτρόνι) και μια σκηνή

πιστολίδι και action movie.

H κορύφωση αυτής της «πρωτοτυπίας» καταλήγει στην εξής εκκωφαντική

απιθανότητα: η μισή Νέα Υόρκη να γκρεμίζεται κι όμως ουδείς εκ της Εισαγγελίας

ή άλλου θεσμικού οργάνου να κουνιέται για να σώσει τον μάρτυρα και τον

ιεραπόστολο μπάτσο. Εκτός κι αν ο Ντόνερ πλαγίως ομολογεί ότι το 99% θεσμών

και στολών του αμερικανικού συστήματος είναι χωμένοι στη διαφθορά μέχρι τ’

αυτιά. Μπορεί, αλλά ο θόρυβος δεν επιτρέπει να φτάσεις μέχρι εκεί!



Καλό το… «Κακό»

Αναθεωρώ την πρώτη βιαστική εκτίμηση, βλέποντας ολόκληρο – για δεύτερη φορά –

το σπλάτερ τρόμου του πρωτοεμφανιζόμενου Γιώργου Νούσια, μακριά από τη βαβούρα

του Φεστιβάλ. Ναι, σκηνοθετικώς και τεχνικώς καλό «Το κακό»!

«Χειροποίητη» η παραγωγή, δηλαδή όλα έγιναν από τον Νούσια και την παρέα του.

Άσκηση ύφους και στυλ η σκηνοθεσία, δηλαδή «ορίστε, μπορώ να κάνω ταινία με

ζόμπι, αίματα και βαμπίρ». Σχηματικό το στόρι, δηλαδή σύνθεση επιρροών από

δεκάδες αμερικανιές, το χάμπουργκερ της πιτσιρικαρίας των multiplex.

Το σενάριο (γραμμένο κι αυτό από τον Νούσια που έκανε και το μοντάζ και

συμμετείχε στην παραγωγή, δηλαδή one man show) εξωτερικώς απλοϊκό, στο τέλος

περισσότερο ζουμερό και ουσιαστικό. Ένας ένας οι κάτοικοι της Αθήνας

καταλαμβάνονται από το «κακό» και επιδίδονται στην ανθρωποφαγία. Μια χούφτα

κορίτσια και αγόρια επιχειρούν να δραπετεύσουν από το όργιο του αθηναϊκού

κανιβαλισμού. Το φινάλε εντελώς πρωτότυπο και ελληνικό. Δεν το αποκαλύπτω, για

να μη σας χαλάσω, αλλά το επικροτώ!


«Το κακό». Πρωτοεμφανιζό-μενος Γιώργος Νούσιας άδοντας: Ελλάς μπορείς,

σπλάτερ να γενείς!

Πρώτη αρετή του Νούσια η επιδεξιότητά του. Πάνοπλος ο τύπος. Μπροστά του,

δεκάδες της επετηρίδας του Κέντρου Κινηματογράφου «βγαίνουν» σε σύνταξη. Με

ελάχιστα χρήματα και ελάχιστα υποστηρίγματα επιδίδεται σε ρεσιτάλ σκηνοθεσίας.

Για το «είδος» του και την κατηγορία του. Ενώ εκ πρώτης όψεως η ιστορία

εξαντλείται στο πρώτο εικοσάλεπτο, εκείνος καταφέρνει να την «σπρώχνει» προς

τα εμπρός, χρησιμοποιώντας τεχνικές, κατοχυρωμένες… αιώνες τώρα στη γραφή

του παγκόσμιου κινηματογράφου, εντελώς άγνωστες ή κακοποιημένες στο εγχώριο

σινεμά. Δεύτερη αρετή η αρτιότητα της τεχνικής σπλάτερ. Κεφάλια ανοίγουν σαν

μπουμπούκια, αίματα τρέχουν σαν ποτάμια, τρύπες από σφαίρες σαν κουμπότρυπες

κ.ο.κ. Τέτοια πράγματα. Αηδία για πολλούς, ευχαρίστηση και χαβαλές για

αρκετούς.

Δύο και οι ενστάσεις μου. Πρώτη, το σενάριο. H επιδημία της ελληνικής οθόνης,

ανεξαρτήτως είδους ταινίας, ηλικίας και επιδόσεων σκηνοθεσίας. Δεύτερη, οι

διάλογοι. Ιδιαίτερα των κοριτσιών, εντελώς γραφικοί. Ξέρετε γιατί; Επειδή

ξεκίνησε με στόχο την πλάκα, αλλά στην πορεία ο μικρός άρχισε να βλέπει φως

στο τούνελ της πλάκας. Εν κατακλείδι, αν ήμουν πρόεδρος του Κέντρου θα καλούσα

τον Νούσια, τον Φράγκα (της «Μορφίνης»), τον Βούλγαρη junior και μερικούς

ακόμα νέους ταλαντούχους, προκειμένου να κάνω πράξη αυτό που επί σειρά

επαγγέλλονται αλλά δεν τολμούν οι κεφαλές του ελληνικού σινεμά. Τόπο στους

Νούσιες, ρεεεεεε!



Συλλαβίζοντας την ασυναρτησία

Σε ελεύθερη πτώση ο Ρίτσαρντ Γκιρ, ο πρίγκιπας της «Pretty woman» Τζούλια

Ρόμπερτς. Διότι περίπου γρι δεν κατάλαβα – και αμφιβάλλω αν κι εσείς θα

καταλάβετε – από τη φλυαρία του σκηνοθετικού διδύμου Σκοτ ΜακΓκι και Ντέιβιντ

Σίγκελ, του θεοκρατικού οικογενειακού ψυχοδράματος «Bee season» (δηλαδή «Εποχή

εξετάσεων», αλλά στην ελληνική παράφραση «Συλλαβίζοντας την ευτυχία»).


«Συλλαβίζοντας την ευτυχία». Ρίτσαρντ Γκιρ, συλλαβίζοντας την αμηχανία

Εβραίος (αμ τι, δηλαδή, Ορθόδοξος;) καθηγητής Θεολογίας, φτυστός ο Γκιρ,

πομφόλυξ του Λόγου του Θεού, καταφέρνει να στείλει τη γυναίκα του (Ζιλιέτ

Μπινός) στο τρελοκομείο και τον γιο του στους βουδιστές, στο πλευρό μιας

νεαράς, καλλίγραμμης ιέρειας του Κρίσνα. Το μόνο πλάσμα που του διαφεύγει

είναι η μικρή, χαρισματική κόρη του, που διά εσωτερικής φωτίσεως θείου

πνεύματος καταφέρνει και αποστηθίζει τις πιο δύσκολες λέξεις, σε σημείο να

διεκδικεί την πρώτη θέση στο εθνικό πρωτάθλημα ορθογραφίας. Τι συμβαίνει;

Επί μία και πλέον ώρα τα ίδια και τα ίδια. Εξετάσεις η κόρη, προσευχές και

μαγειρική ο Γκιρ, βόλτες η Ζιλιέτ Μπινός. Ώσπου προς το φινάλε οι σκηνοθέτες

αποφασίζουν να μας ξυπνήσουν. Εκεί δηλαδή που εκλαμβάνεις τον Γκιρ ως «καλό»,

τούμπα και με τη μία γίνεται «κακός». Πάντως από θεολογία η ταινία σκίζει.

Διότι πομπώδης και ρηχός ο δάσκαλος (ας πούμε ο παπάς), αλλά γνήσιο τέκνο του

Θεού το παιδί. Κάντε τον σταυρό σας, μπας και σας βοηθήσει ο Θεός σας!



Δύο στην τραμπάλα

Δύο – διαμετρικά αντίθετες, αλλά στην ίδια τραμπάλα τού «ναι μεν αλλά» –

πρεμιέρες:

«Ο χρόνος που απομένει» («Le Temps qui Reste») του Φρανσουά Οζόν, της

υπογραφής γνωστών τίτλων όπως «8 γυναίκες» και «Πισίνα»: Φωτογράφος της

πασαρέλας και του fashion (Μελβίλ Πουπό), με ξέφρενους ρυθμούς και αχαλίνωτη

ερωτική ζωή, λαμβάνει επιθανάτιο σήμα από ανίατη ασθένεια. Στον ελάχιστο χρόνο

που του απομένει θα επιστρέψει στα παιδικά του χρόνια, θα συναντήσει τη γιαγιά

του (Ζαν Μορό), θα «ραντίσει» νοικοκυρούλα (Βαλέρια Μπρούνι-Τεντέσκι) με

αποτέλεσμα επιτέλους εκείνη να γίνει μητέρα, εκείνος «στρέιτ» και κανονικός

και θα καταλήξει σε ερημική παραλία, λουσμένος από φως!


«H κάθοδος» («The descent») Κλειστοφοβική ιστορία τρόμου με έξι

μεγαλοκοπέλες φορτωμένες σχοινιά, αξίνες και παντός είδους εργαλεία για κάθοδο

σε άγνωστη, απύθμενη σπηλιά. Αποτέλεσμα; Αιλουροειδή, τυφλά πλάσματα των

σπηλαίων, όλο γλίτσα, ορμούν και κατασπαράζουν τα κορίτσια. Όχι όλα, διότι η

τελευταία θα στρώσει να διασταυρωθεί, ώστε το «είδος» να πολλαπλασιαστεί και η

δεύτερη κάθοδος να εγκατασταθεί στα multiplex των βορείων και της παραλιακής!

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.