H υπόθεση θεωρείται ότι έχει εξιχνιασθεί. Δύο υπάλληλοι της Τραπέζης της

Ελλάδος, στο υποκατάστημα της Καλαμάτας, αντιμετωπίζουν κατηγορίες που μπορεί

να επισύρουν την ποινή των ισοβίων, ενώ δύο ακόμη άτομα κατηγορούνται ότι

βρέθηκαν να κατέχουν μέρος του τεράστιου ποσού που χάθηκε για την τράπεζα.

Έναν μήνα μετά την κλοπή των 5,9 εκατομμυρίων ευρώ, ωστόσο, το μόνο βέβαιο

είναι ότι εξακολουθούν να λείπουν 4,6 εκατομμύρια ευρώ από τα ταμεία της

κρατικής τράπεζας και ένας υπάλληλος ομολόγησε τη συμμετοχή του στο μεγάλο

κόλπο.

Ο ένας, ο Κωνσταντίνος Σακκάς, οικογενειάρχης, δούλευε ως φύλακας στην Τράπεζα

της Ελλάδος, ενώ χρόνια διατηρούσε στην Καλαμάτα και ένα μεγάλο μανάβικο. Ο

άλλος, ο Κωνσταντίνος Αναζίκος, είχε προσληφθεί ως κλητήρας και μάλιστα

τιμητικά, επειδή ο αδελφός του είχε δολοφονηθεί από κακοποιό στον Πειραιά,

πριν από δέκα χρόνια, στην προσπάθειά του να αποτρέψει ληστεία. Παράλληλα

διατηρούσε ένα κλαμπ που δούλευε καλά. Από τη στιγμή που έγινε αντιληπτή η

κλοπή των 5,9 εκατομμυρίων ευρώ από το αποθεματικό της τράπεζας, την Παρασκευή

8 Οκτωβρίου, βρέθηκαν εξεταζόμενοι στην Αστυνομική Διεύθυνση Μεσσηνίας. Επί

τρεις ημέρες κανένας από τους δύο δεν είχε αποκαλύψει το παραμικρό.

H υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται για την Αστυνομία το πρωί της Δευτέρας, 11

Οκτωβρίου. Τότε, ο Βασίλης Κομπότης, φίλος και συνέταιρος του Σακκά σε

επιχείρηση εισαγωγής αυτοκινήτων από τη Γερμανία, πήγε στην Ασφάλεια Καλαμάτας

και παρέδωσε ένα δέμα που, όπως είπε, του είχε δώσει ο Σακκάς. Το πακέτο

περιείχε περίπου 120.000 ευρώ και όπως αποδείχθηκε ήταν χρήματα που

προέρχονταν από την τράπεζα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ο Σακκάς «έσπασε»

και παραδέχθηκε τη συμμετοχή του στην κλοπή, υποδεικνύοντας μάλιστα και τα

σημεία στα οποία είχε κρύψει ποσό περίπου 1.250.000 ευρώ. Ο ίδιος υπέδειξε ως

μόνο συνεργό του τον 29χρονο κλητήρα. Ο Κωνσταντίνος Αναζίκος αρνείται

κατηγορηματικά ότι μετείχε στην κλοπή και υποστηρίζει ότι είναι αθώος.

«Υπάρχουν κενά». «Στην υπόθεση υπάρχουν πολλά κενά και το βέβαιο είναι

ότι ακόμη δεν έχει εξιχνιασθεί», λέει ο δικηγόρος Γιώργος Ράλλης, από την

Καλαμάτα, που έχει αναλάβει την υπεράσπιση του K. Αναζίκου. «Για παράδειγμα,

τα χρήματα που βρέθηκαν και ανήκαν στην τράπεζα ήταν περίπου 1.250.000 ευρώ.

Αυτά ήταν το περιεχόμενο του ενός σακ-βουαγιάζ, σύμφωνα με τον Σακκά». Όμως,

στα άλλα δύο σακ-βουαγιάζ πρέπει να χώρεσαν τα υπόλοιπα 4,6 εκατομμύρια που

εξακολουθούν να λείπουν. Εδώ υπάρχουν κενά: ή πρέπει να υπάρχει κι άλλος

συνεργός ή δεν έχει δώσει όλα τα χρήματα».

Στην κατοχή του Αναζίκου βρέθηκαν 4.000 ευρώ, και άλλα τόσα στο σπίτι του

πατέρα του, που κατηγορείται – μαζί με τον B. Κομπότη – για αποδοχή προϊόντων

εγκλήματος. «Τα ποσά προέρχονταν από τις εισπράξεις του κλαμπ που διατηρούσε:

τα χρήματα στο σπίτι του πατέρα του ήταν πιασμένα με λάστιχο, ενώ δύο ταινίες

της τράπεζας που βρέθηκαν στα δικά του, προέρχονταν από τις αλλαγές

χαρτονομισμάτων μικρής αξίας που συγκέντρωνε από το μαγαζί με χαρτονομίσματα

μεγαλύτερης αξίας στην τράπεζα», υποστηρίζει ο κ. Ράλλης.

«Πώς ήξεραν;» Ωστόσο, το μεγάλο ερωτηματικό – πέρα από το πού

βρίσκονται τα 4,5 εκατομμύρια ευρώ – είναι πώς οι κλειδάριθμοι και τα κλειδιά

πρόσβασης στο αποθεματικό βρέθηκαν στη διάθεση των δραστών. «Το πώς ήξεραν

τους κλειδάριθμους είναι ένα στοιχείο που δεν έχει διευκρινισθεί και ίσως

απαντηθεί στη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης», λέει ο κ. Χρήστος

Παναγιωτόπουλος, δικηγόρος από την Καλαμάτα, που έχει αναλάβει την υπεράσπιση

του B. Κομπότη και του πατέρα του K. Αναζίκου: και οι δύο κατηγορούνται για

αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και παραμένουν ελεύθεροι. Οι άλλοι δύο – Σακκάς

και K. Αναζίκος – είναι προφυλακισμένοι στο Ναύπλιο και οι αιτήσεις τους να

αφεθούν ελεύθεροι με όρους απορρίφθηκαν. Παράλληλα, εκκρεμεί η δικαστική

απόφαση στο αίτημα της Τραπέζης της Ελλάδος για συντηρητική κατάσχεση των

περιουσιακών στοιχείων και των δύο.

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑΘΕΤΕΙ ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ H ΚΛΟΠΗ

«Τα πήραμε νύχτα μέσα σε 3 σακ-βουαγιάζ»

O Κώστας Σακκάς, που οδηγείται με χειροπέδες στον ανακριτή της Καλαμάτας,

κατέθεσε πως με τον συνεργό του έφυγαν με 3 σακ – βουαγιάζ γεμάτα λεφτά. Έχει

βρεθεί το ένα…

Την εκδοχή του για το πώς έγινε η κλοπή από το αποθεματικό της Τραπέζης της

Ελλάδος στην Καλαμάτα έδωσε με την κατάθεσή του στην Αστυνομική Διεύθυνση

Μεσσηνίας ο πρώην πλέον φύλακας της τράπεζας και κατηγορούμενος για την

υπόθεση Κωνσταντίνος Σακκάς.

«Εργάζομαι ως μόνιμος υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδας στο υποκατάστημα

Καλαμάτας (ως προσωπικό φύλαξης). Προ εννεαμήνου ο συνάδελφός μου στην Τράπεζα

Αναζίκος Κωνσταντίνος μού πρότεινε να συνεργαστώ μαζί του, για να αποκτήσουμε

πρόσβαση στο αποθεματικό. Προσπάθησα να τον μεταπείσω και αρνήθηκα. Κατά

διαστήματα το έφερνε στη συζήτηση. Προσπάθησα να τον αποφύγω. Επέμενε ίσως

γιατί μου είχε εμπιστοσύνη. Κάποια στιγμή μού είπε ότι είχε τους κωδικούς

πρόσβασης στο αποθεματικό της τράπεζας στο υπόγειο: τους κλειδάριθμους και τα

κλειδιά του διευθυντή και του ταμία. Εγώ, που αντιμετωπίζω οικονομικά

προβλήματα, παρά τις αναστολές, μπήκα στον πειρασμό. Δεν ξέρω πώς απέκτησε

πρόσβαση στους κωδικούς.

Την 1η Οκτωβρίου 2004 που είχα νυχτερινή υπηρεσία φύλαξης ήρθε ο Αναζίκος

Κωνσταντίνος γύρω στη μία με μιάμιση και του άνοιξα. Παρέλαβε τα κλειδιά του

διευθυντή και του ταμία, απομόνωσε τον συναγερμό και άνοιξε την εξωτερική

πόρτα του προθαλάμου του αποθεματικού. Ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα. Σε τρία

σακ-βουαγιάζ έβαλε χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών. Τα δύο σακ-βουαγιάζ είχε

φέρει ο Αναζίκος και ένα εγώ. Φύγαμε αφού ο Αναζίκος ασφάλισε τις πόρτες και

έθεσε σε λειτουργία ένα συναγερμό».

Το είχε μελετήσει . «Ο Αναζίκος είχε μελετήσει το σύστημα πρόσβασης.

Πήρε τα δύο σακ-βουαγιάζ με τα χαρτονομίσματα και έφυγε με τα πόδια και εγώ

πήρα το τρίτο και το έβαλα στο αυτοκίνητό μου. Έφυγα από την τράπεζα με το

πέρας της υπηρεσίας μου. Είχαμε συμφωνήσει με τον Αναζίκο να πάρει τα δύο

σακ-βουαγιάζ και το ένα θα το μοιραζόμασταν, πράγμα που δεν έγινε έως σήμερα.

Εγώ έκρυψα τα χρήματα, ενώ ένα μέρος παρέδωσα στον Κομπότη Βασίλειο για

αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Ο Κομπότης ουδεμία σχέση είχε ούτε γνώριζε για το

αποθεματικό της τράπεζας.

Επειδή μετάνιωσα, γι’ αυτό και σας υπέδειξα αγρόκτημα στη θέση Αγία Κυριακή

στο χωριό Πήδημα Μεσσηνίας, όπου τα είχα κρύψει να σας παραδώσω 348.550 ευρώ,

τα οποία μεταφέρατε στην υπηρεσία σας και καταμετρήσατε ενώπιόν μου.

Ακολούθως, σας υπέδειξα πού είχα κρύψει στο Ασπρόχωμα κι άλλο ποσό, 670.000

ευρώ, που επίσης καταμετρήθηκε ενώπιόν μου. Κατόπιν σας υπέδειξα στο Αριοχώρι,

στη θέση Μαούνι, και παρέδωσα και το τελευταίο ποσό 150.000 ευρώ που

καταμετρήθηκε ενώπιόν μου.

Έχω μετανιώσει πικρά για την απερίσκεπτη συμμετοχή μου. H μετάνοια είναι

έμπρακτη, αυθόρμητη και επέστρεψα όλα τα χρήματα. Συνεργάστηκα συνειδητά και

είμαι στη διάθεσή σας για κάθε βοήθεια και διευκρίνιση».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.