ΕΒΛΕΠΑ, ΠΡΟΧΘΕΣ, στην τηλεόραση μια μελό ασπρόμαυρη ταινία της δεκαετίας

του ’60. Μα τι χρυσό παιδί αυτός ο Βασιλάκης Καΐλας! Τι μάλαμα. Τι αισθήματα,

τι ευγένεια, τι αβρότης, τι λεπτότης! Με τι καρδιά, με τι ψυχή, τι πόθο και τι

πάθος, έκανε ό,τι έκανε για να βοηθήσει τον πλησίον του. Το καμάρι κάθε μάνας!

Αθάνατο μοντέλο. Σαν τον Σκαραβαίο ένα πράγμα. Δέκα χρόνια εγγύηση, καίει το

τίποτα, τραβάει στην ανηφόρα, έχει αερόσακους, ραδιοκασετόφωνο και κλιματισμό.

Τα αβαντάζ του Βασιλάκη Καΐλα έναντι των υπολοίπων αγοριών είναι άπειρα. Στην

ασπρόμαυρη ταινία τα ξεδίπλωνε όλα και μ’ έκανε πράσινη από τη ζήλεια μου:

1. Ο Βασιλάκης Καΐλας τρώει όλο του το φαγητό. Το γεγονός ότι στο

φτωχικό του σπίτι σπανίως έχουν φαγητό, συντελεί, κατά πολύ, στο

περιδρόμιασμα. Διότι δεν το τρώει απλώς όλο. Τρώει και το απολύτως οτιδήποτε:

φασολάδα; Φασολάδα ο Βασιλάκης. Μπάμιες; Μπάμιες ο Βασιλάκης. Ψωμοτύρι;

Ψωμοτύρι κι Άγιος ο Θεός, ο Βασιλάκης. Ποτέ δεν θα τον ακούσεις να πει στη

μαμά του «δεν τις τρώω αυτές τις αηδίες, θέλω κρέπα σοκολάτα».

2. Ο Βασιλάκης Καΐλας είναι άριστος μαθητής. Όταν λέμε «άριστος»,

εννοούμε φωστήρας του κερατά. Στο Δημοτικό δεν πέφτει ποτέ κάτω από το δέκα.

Το εννιά ούτε που να το βάλει στο στόμα του ο Βασιλάκης. Γυρίζει σπίτι, από το

νυχτερινό σχολείο, κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας, κάνει λίγο πέρα τη

φασολάδα και μελετάει σαν το σκυλί. Χωρίς να τον κυνηγάει κανείς από πίσω.

(Στο καπάκι, χτυπάει και μια υποτροφία και γλιτώνει η μαυροφορούσα τα

δίδακτρα).

3. Ο Βασιλάκης Καΐλας μόλις μελετήσει τα μαθήματά του, φάει τη φασολάδα

του, πάει κατ’ ευθείαν για ύπνο. Χωρίς περαιτέρω συζήτηση. Χωρίς «δεν νυστάζω,

δεν θέλω, κρυώνω, βάλε μου μια κουβέρτα, έσκασα, βγάλε μου την κουβέρτα, έχει

κουνούπια, με τσίμπησε το κουνούπι, έχω φαγούρα, ξέχασα την κασετίνα έξω από

τη σάκα, σηκώνομαι, βάζω την κασετίνα στη σάκα, ξαναξαπλώνω, ξαναζεσταίνομαι,

ξανακρυώνω, ξαναέχει κουνούπια».

4. Όταν η μανούλα αρρωσταίνει, λαμπάδα αναμμένη ο Βασιλάκης. Μέρα –

νύχτα πάνω από το προσκέφαλό της. Τη φροντίζει, μαγειρεύει σουπίτσες, μετράει

πυρετούς, παίρνει και καμιά πίεση, άμα λάχει. Αυτός δεν είναι Βασιλάκης: είναι

συνδυασμός Βέφας – Κρεμαστινού.

5. Ο Βασιλάκης λέει «μανούλα μου γλυκιά», κι όχι «ρε μαμά». Όταν του

ζητάει κάτι η μάνα του πόνου και της ξενιτιάς, λέει «αμέσως, μανούλα» και

τσακίζεται να το κάνει. Δεν λέει «σε πέντε λεπτά», που σημαίνει «κάν’ το μόνη

σου γιατί, αν περιμένεις από μένα, σώθηκες».

6. Ο Βασιλάκης διαβάζει βιβλία και δεν παίζει ποτέ ηλεκτρονικά. Το

γεγονός ότι, στην εποχή του, δεν υπήρχαν ηλεκτρονικά δεν είναι το θέμα μας.

Και να υπήρχαν, ο Βασιλάκης πάλι Βίκτωρα Ουγκώ θα διάβαζε.

7. Ο Βασιλάκης δεν λέει «μαλάκα»!

8. Ο Βασιλάκης θέλει να σπουδάσει γιατρός για να σώσει ολόκληρη τον

πλανήτη Γη. Κι αν τον παίρνει ο χρόνος, θα σώσει και τον Κόκκινο Πλανήτη.

9. Ο Βασιλάκης είναι ασπρόμαυρος. Που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να

του συνδυάζεις τα ρούχα μπας και δεν ταιριάζει αυτό το μπλε με το άλλο μπλε.

10. Ο Βασιλάκης έχει μόνο ένα ρούχο, οπότε, έτσι κι αλλιώς, δεν τίθεται

το προαναφερθέν ζήτημα.

Γενικώς, ο Βασιλάκης είναι τέλειος. Άψογος, άμεμπτος, άμωμος. Και ως κάθε

αλαλιασμένη μάνα, πολύ θα ήθελα τον Βασιλάκη για γιο μου. Για πέντε λεπτά.

Γιατί, στην τελική, από τον Βασιλάκη γουστάρω πολύ περισσότερο τον δικό μου

γιο.

Κι ας μην τον λένε Βασιλάκη. Ευτυχώς!

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000