Δυτικά παράλια. Περιφέρεια Πανόρμου. Σαρίκιοϊ.
|
|
H πόλη Πάνορμος, ή Πάντερμο, χτισμένη στον ομώνυμο κόλπο, βρίσκεται στο
δημόσιο δρόμο Μπαλούκεσερ – Αρτάκης. Λιμάνι με μεγάλη εμπορική κίνηση,
γεωγραφικά τοποθετείται 77 χλμ. B – BA του Μπαλούκεσερ, 16 χλμ. NA της Αρτάκης
και 95 χλμ. Δ – ΒΔ της Προύσας. Πριν το 1922 αριθμούσε 20.000 κατοίκους, 4.000
Έλληνες, 12.000 Τούρκους και 4.000 Αρμένιους. Ήταν έδρα Καζά και υπαγόταν στη
Μητρόπολη Κυζίκου. Το Σαρίκιοϊ (αρχ. Ζέλεια) είναι κωμόπολη της περιφέρειας
Πανόρμου. Βρίσκεται 35 χλμ. ΝΔ της Πανόρμου και 28 ΝΔ της Αρτάκης. Από τους
9.000 περίπου κατοίκους της μόνο 350 – 400 ήσαν Έλληνες. Εκκλησιαστικά
υπαγόταν στη Μητρόπολη Κυζίκου.
Σηκωθείτε να φύγετε· όποιος προκάμει
(Μαρτυρία Αγγελή Μαυρίδη – αποσπάσματα)
|
Ο αρχιστράτηγος Παπούλας (πρώτη σειρά, τρίτος από αριστερά) με αξιωματικούς της Μικρασιατικής Στρατιάς και του επιτελείου του στη Σμύρνη
|
Εμείς εκεί ζούσαμε πολύ καλά, πολύ αδελφικά με τους Τούρκους. Ακόμα και μετά
τα γεγονότα και τους πολέμους, που έφεραν το μίσος, κανένα κακό δεν είδαμε.
Όταν ερχόταν Πάσχα ο κάθε χριστιανός είχε κι ένα φίλο Τούρκο που τον ονόμαζε
σαϊντίτς*, δηλαδή κουμπάρο, και σ’ αυτόν έπρεπε να στείλει αυγά και τσουρέκια.
Τα περιμέναν με λαχτάρα, νόμιζαν ότι τρώνε το καλύτερο έδεσμα. Κι αυτοί στα
μπαϊράμια τους στέλναν κάτι μικίκια**, κάτι γλυκά! Τον παπά τον ευλαβούνταν
πολύ και τον τιμούσαν. Επίσης σέβονταν οι Τούρκοι και τον Επιτάφιο και
περνούσαν από κάτω. Και την Παναγία την τιμούσαν, τη λέγαν Μεριέμ ανά. Γενικά,
ως το Χουριέτ*** περάσαμε πολύ καλά. Αλλά και κατόπι, που άρχισε ο φόβος, και
πάλι κακό δεν είδαμε. Από το Σεφερμπελίκ**** κι έπειτα άρχισαν τα κακά. Στο
Σεφερμπελίκ επιστρατέψαν και τους Έλληνες. Όποιος τη γλύτωσε τότε, τη γλύτωσε.
Από κείνους που πήγαν, οι περισσότεροι δεν επιστρέψαν. Έπεσε και πείνα τότε,
το ψωμί μας έλειψε.
Εκείνη την εποχή έπεσε φόβος και σ’ εμάς. Καθώς πλησίαζε ο ελληνικός στρατός
οι Τούρκοι εξαγριώθηκαν πολύ. Πέρασαν κάτι ζεϊμπέκια***** από το χωριό μας και
είπαν στους Τούρκους τους δικούς μας: «Τι τους κρατάτε αυτουνούς και δεν τους
καθαρίζετε!». Εκείνη τη χρονιά, δηλαδή το 1921 με ’22, ο πατέρας μου ήταν
δάσκαλος στον Κατάτοπο. Τελείωσε η χρονιά το καλοκαίρι και πήγαμε στο Πάνω
Χωριό ή Γιαπουτζήκιοϊ, όπου είχε διοριστεί για την επόμενη χρονιά. Αφού
νοικιάσαμε σπίτι, πήγαμε στο πανηγύρι της Φανερωμένης το Δεκαπεντάγουστο. Εκεί
πήραμε την είδηση ότι φεύγει ο στρατός.
Πηγαίνουμε πρώτα στην Πάνορμο. Βλέπουμε, σχεδόν είχε αδειάσει. Εκεί βρίσκουμε
ένα Καπτάν Θανάση με τ’ αποσπάσματα – Μικρασιάτης αυτός – καθώς και μερικούς
αξιωματικούς και τους πλησιάσαμε. Κι αυτοί μας λένε ότι κακώς φεύγει ο κόσμος,
κι ότι κι αυτοί που φύγαν θα πάνε στο Μαρμαρά και θα γυρίσουν πίσω. Πάμε κι
εμείς στο Πάνω Χωριό και τους ενθαρρύνουμε. Δεν ήξερε κανείς τι να κάνει σε
κείνη τη σύγχυση. Από τη μια έβλεπες το στρατό που έφευγε, τις πόλεις και τα
χωριά που αδειάζαν, κι από την άλλη σου λέγαν μη φύγεις και δεν υπάρχει
κίνδυνος. Εν τω μεταξύ κατεβαίνουμε στην Αρτάκη και βρίσκουμε τη γιαγιά μου,
που είχε μόλις έρθει εκεί, και μας διηγήθηκε ότι τους Σαρικιώτες τους έσωσαν
συμπτώσεις εκ Θεού.
Ένα απόσπασμα ελληνικού στρατού είχε ‘ρθει εσπευσμένα από το
Μπουάσεερ******στο Σαρίκιοϊ. Έρχονται εκεί και τους λένε: «Γρήγορα, σηκωθείτε
να φύγετε· όποιος προκάμει…».
Αμέσως όποιος είχε ζώο, κάρο, πέταξε πάνω ό,τι πρόλαβε και το στρώσαν στο
δρόμο. ΟιΤσέτες τους περίμεναν να περάσουν από το Γιορτάνι. ‘Οταν είδαν να μη
περνάει κανείς, υποψιάστηκαν μήπως έφυγαν απ’ άλλο δρόμο και τρέξαν στο χωριό.
Εκείνη την ώρα είδαν τους Ελπιζιώτες, οι οποίοι μόλις είχαν περάσει το Κιόϊ
ντερέ και μπαίναν στο χωριό. Τους χτυπήσαν, γίνηκε ένας πανικός· όσοι φύγαν –
φύγαν, οι πιο πολλοί γύρισαν πίσω στο χωριό τους και κρύφτηκαν, άλλοι εδώ
άλλοι εκεί. Ύστερα από μερικές μέρες βγάλαν κήρυκα και φώναξαν ότι δε θα τους
πειράξουν και να παρουσιαστούν, ότι θα ζήσουν μαζί αδελφωμένοι. Βγήκαν οι
κρυμμένοι Ελπιζιώτες. Τους μάζεψαν, τους πήραν ό,τι είχαν και δεν είχαν και
τους έκοψαν όλους.
Οι δικοί μας, εντωμεταξύ, που είχαν φύγει από άλλο δρόμο κατέβηκαν στην Αρτάκη
κι από κει με τα πλοία άλλοι πήγαν στα Γανόχωρα, άλλοι στη Ραιδεστό και κατόπι
ήρθαν στην Ελλάδα.
«Εμφύλιος» Τσερκεζαίων και κεμαλικών
Μετά το Μεγάλο Πόλεμο, στην ανακωχή, και ιδίως τότε που αποβιβάστηκαν οι
Έλληνες στη Σμύρνη και πλησιάζαν στα μέρη μας, ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ
των Τσερκεζαίων, που ήταν πολλοί στα δικά μας μέρη και είχαν αρχηγό τον
Αζναβούρ, και των κεμαλικών. Θυμάμαι, που είχα πάει με τον πατέρα μου στο
Σιζίκιοϊ μια φορά εκείνη την εποχή. Εμάς τους Έλληνες μας συμπαθούσαν οι
Τσερκέζοι. Μας υποδέχτηκαν λοιπόν, μας βγάλαν να φάμε, κι εκεί επάνω έρχεται
ένας κι αρχίζει να λέει στους άλλους, και να λέει, και να λέει, μ’ εκείνη την
ιδιόρρυθμη γλώσσα τους που θαρρείς κι ανακάτωνες καρύδια. Τι είχε συμβεί; Είχε
σκοτώσει τον οπλαρχηγό τους Γκελ Ισλάμ ένας άλλος οπλαρχηγός, Αρβανίτης, από
το Γιορτάνι. Εμάς δε μας είπαν τίποτα απ’ αυτά, που τα μάθαμε αργότερα. Μόνο
μας παρακάλεσαν να καθίσουμε, να φάμε και να πιούμε, κι εκείνοι είχαν μια
δουλειά που ήταν βιαστικό να την τελειώσουν. Φύγαν, έκαμαν κάμποση ώρα και
γύρισαν. Είχαν σκοτώσει τον Γκαφέρ Αλή, αυτόν τον Αρβανίτη από το Γιορτάνι.









