Ένα κεφαλάκι ξεπροβάλλει από τα χώματα, στις αρχαιολογικές ανασκαφές της
Θήβας. Γραμμένα φρύδια, μεγάλα μάτια και στα χείλη πονηρό χαμόγελο. Αρχαϊκό
μειδίαμα το έχουν ονομάσει, επειδή το αναγνωρίζουν, κι ας μην το γνωρίζουν.
Χαμόγελο συγκρατημένο είναι αυτό, καθώς πρέπει, έτσι όπως οφείλουν να
χαμο-γελάνε τα κορίτσια καλών οικο-γενειών, όχι πολύ αυθόρμητα και πλατειά,
ίσα ίσα να σκάει το χείλι; Χαμόγελο συγκατάβασης της θεάς που την έτρεμαν οι
άνθρωποι, ή ήθελαν να παραστήσουν πως την έτρεμαν, διατηρώντας ήδη τις
επιφυλάξεις τους κατά βάθος. Ή χαμόγελο που περιέχει ταυτόχρονα θλίψη και
ειρωνεία για μας τους σημερινούς, που το αντικρύζουμε ξανά μετά τόσους αιώνες;
Φαντάζεστε πώς ήμουν πάντα έτσι, ίσως μας λέει το πέτρινο κεφάλι, λευκή και
ομοιόχρωμη, με το αγνό χρώμα του μαρμάρου, αλλά εγώ είχα κόκκινα χείλη, ξανθές
μπούκλες βαμμένες, χρυσά σχέδια στα ρουχαλάκια μου και μάγουλα ροζ. Άδικα
ψάχνετε για άλλα μυστήρια, τα χαμένα μου χρώματα είναι τα μόνα που υπάρχουν
και αυτά δεν θα τα βρείτε. Διότι σας καταλαμβάνει δέος, ενώ εγώ ήμουν
επιπόλαιη, και σας πιάνει ευλάβεια, σας πιάνει σεβασμός για μένα, ενώ εγώ
ήμουν ματαιόδοξη, και με κοιτάτε σοβαροί, ενώ εγώ γελούσα συνεχώς. Αλλά φυσικά
έχετε δίκιο επειδή αυτά είναι τα βαθύτατα μυστήρια της ζωής, γιατί τόση
γοητεία, τόση ομορφιά, τόση λάμψη σε πλάσματα νέα και χρωματισμένα και
ψιμυθιωμένα και αδιάφορα, που σας κοιτούν αφ’ υψηλού και δεν καταδέχονται ούτε
ένα βλέμμα να σας ρίξουν; Δεν υπάρχει απάντηση, για αυτό συνεχίστε να σκάβετε,
συνεχίστε να ψάχνετε, ίσως κάποτε το βρείτε κάπου ολόκληρο γραμμένο αναλυτικά,
και καταλάβετε.







