Μοναχός αγιορείτικης Μονής, ήδη προ του 1921, ο Ι.Β. αποχωρεί από αυτήν αυθαιρέτως, χωρίς δηλαδή απολυτήριο γράμμα και ζει μέχρι την εκδημία του στον κόσμο, όπου το 1934 αποκτά ένα ακίνητο. Μετά την κοίμησή του (έτσι ονομάζεται ο θάνατος στην εκκλησιαστική ορολογία), οι πλησιέστεροι συγγενείς του πωλούν σε τρίτους αγοραστές το κληρονομιαίο ακίνητο και εισπράττουν το τίμημα που τους αναλογεί. Ωστόσο, μετά την πώληση, η Μονή στρέφεται κατά των αγοραστών με το επιχείρημα ότι τύγχανε η νόμιμη ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Γενομένης δεκτής της αγωγής, οι κληρονόμοι υποχρεώνονται να επιστρέψουν στους αγοραστές το αχρεωστήτως καταβληθέν τίμημα, καθώς ο δικαιοπάροχός τους μοναχός ουδέποτε απέκτησε την ιδιοκτησία του ακινήτου, λόγω της μη νόμιμης (χωρίς άδεια) αποχώρησής του από τη Μονή της μετανοίας του. Η υπόθεση φτάνει ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο, στα τέλη του 2020, διαπιστώνει παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία και δικαιώνει τους προσφεύγοντες.

Είναι γεγονός ότι η έννομη τάξη επιφυλάσσει μια ιδιαίτερη νομική μεταχείριση στους μοναχούς, σε όσους δηλαδή εγκαταλείπουν τα εγκόσμια και επιλέγουν ένα μοναστήρι ως τόπο άσκησης και εγκαταβίωσης, η οποία εντοπίζεται, κυρίως, στην κληρονομική τους διαδοχή. Η τελευταία ρυθμίζεται από ένα, υπεραιωνόβιο πλέον, νομοθέτημα, που αναζητά τη στιγμή της γέννησής του στο μακρινό 1909! Οι μοναχοί, μάλιστα, εμφανίζουν την εξής ιδιαιτερότητα, που κανοναρχεί το κληρονομικό καθεστώς τους: είναι οι μόνοι που «πεθαίνουν» δύο φορές! Μία, κατά τη στιγμή που εισέρχονται στον μοναχικό βίο, οπότε και ανοίγει για πρώτη φορά η κληρονομική τους διαδοχή, και μία, δεύτερη στη σειρά, κατά τον χρόνο του βιολογικού τους θανάτου!

Ωστόσο, η ειδική αυτή νομοθεσία παρουσιάζει δύο εγγενείς δυσκολίες στην εφαρμογή της. Κατά πρώτον, δεν είναι ενιαία. Και τούτο διότι το νομοθέτημα του 1909 (ν. ΓΥΙΔ´), το οποίο ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (1946), εφαρμόζεται στην Εκκλησία της Ελλάδος, με εξαίρεση τη Σάμο και τη Θράκη, όπου ισχύει το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Από το ρυθμιστικό του πεδίο εξαιρούνται, επίσης, η Κρήτη και το Αγιο Ορος, περιοχές που διέπονται από το «δικό» τους δίκαιο. Τούτο εξηγείται από την εκκλησιαστική πολυδικαιοδοσία που χαρακτηρίζει την ελληνική επικράτεια, όπου συνυπάρχουν τέσσερα διαφορετικά συστήματα εκκλησιαστικού δικαίου, της ίδιας, δηλαδή ορθόδοξης, δογματικής κατεύθυνσης.

Κατά δεύτερο, η σχετική νομοθεσία εμφανίζει αρκετές ερμηνευτικές ασάφειες. Το ακόλουθο παράδειγμα είναι ενδεικτικό. Σύμφωνα με αυτήν, οτιδήποτε αποκτήσουν οι μοναχοί μετά την κουρά τους από χαριστική αιτία (κληρονομία, δωρεά κ.λπ.) περιέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς δηλαδή πρόσθετες συμβολαιογραφικές διατυπώσεις, στη Μονή τους και οι ίδιοι διατηρούν μόνο το μισό της επικαρπίας. Αυτό, όμως, δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου, καθώς στο Υποθηκοφυλακείο και το Κτηματολόγιο φαίνεται ως μοναδικός κληρονόμος ο μοναχός, αφού η Μονή ούτε συμβάλλεται ούτε εμφανίζεται κάπου! Η δημιουργία ενός μητρώου μοναχών, προσβάσιμου σε όποιον δικαιολογεί ειδικό έννομο συμφέρον, καθώς και η υποχρέωση των Μονών να τηρούν τους όρους δημοσιότητας όταν κληρονομούν τους μοναχούς τους, θα ήταν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση…

Στις 20 Απριλίου 2026 ολοκληρώθηκε η δημόσια διαβούλευση για μια γενναία αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου, που επιχειρείται ογδόντα χρόνια μετά τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα. Μήπως η ειδική νομοθεσία του 1909 πρέπει τώρα να πάρει σειρά;

Ο Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Νομικής

ΕΚΠΑ, είναι διευθυντής του Εργαστηρίου «Εκκλησιαστικού Δικαίου

και σχέσεων Κράτους – Θρησκευμάτων» στην ίδια Σχολή.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000