Για άλλη μια φορά στη χώρα μας ένας μεγάλος αριθμός ανδρών και γυναικών περνούν από τη θέση του πολίτη στη θέση ενός ιδιώτη με λογιστικά καθήκοντα. Είναι υποχρεωμένοι να υπολογίζουν με προσοχή τα έξοδα της επόμενης ημέρας. Τι κοστίζει το ένα και τι το άλλο, και τελικά τι κοστίζει να μένει κανείς κολλημένος σ’ ένα μέτρημα που δεν βγάζει πουθενά.

Το νιώθουν αυτό από παλιά οι Ελληνες. Νιώθουν πως δεν τους αξίζει να αναλώνουν ολόκληρη τη ζωή τους με την έγνοια για το αν καταφέρουν να γεμίσουν το πιάτο τους. Πάνω απ’ το πιάτο τους πλανιέται μια ιδέα για τον εαυτό τους που τους λέει πως το να ασχολούνται μόνο με το πώς θα χορτάσουν είναι λίγο γι’ αυτούς, λίγο και υποτιμητικό.

Γι’ αυτό και εμφανίζονται μονίμως δυσαρεστημένοι. Δεν κρύβουν το πόσο δυσπιστούν απέναντι στους θεσμούς, στη Δικαιοσύνη, στην Αστυνομία, και ιδιαίτερα στις κρατικές υπηρεσίες που τις βλέπουν σαν μηχανισμό που αλέθει ψυχρά τα αιτήματα, τα παράπονα ή και τις απορίες τους. Σταθερή η πεποίθησή τους πως οι θεσμοί είναι ένα δίχτυ απ’ όπου δύσκολα ξεμπλέκει κανείς. Πώς να μην είναι λοιπόν δυσαρεστημένοι έπειτα απ’ αυτό;

Λέγεται συχνά πως με τη στάση αυτή δεν εκδηλώνεται παρά μια χρόνια μεμψιμοιρία – όλοι γκρινιάζουν επειδή τους λείπει η καλή πίστη. Αν δουν κάτι καλό θα σπεύσουν να το θεωρήσουν αβέβαιο, προσωρινό ή πετσοκομμένο.

Είναι όμως, πράγματι, έτσι; Η άποψη ότι οι Ελληνες δεν αναγνωρίζουν ευθέως το καλό χωλαίνει, γιατί παραβλέπει το γεγονός πως δεν τους αρκεί να τους δίνουν ψίχουλα μαζί με την υπόσχεση πως μεθαύριο θα τους δώσουν κι ολόκληρο το καρβέλι. Φυσικά κατά καιρούς υπέκυπταν στην ανάγκη και συμβιβάζονταν, υπήρχαν όμως πάντα αρκετοί που δεν ξεχνούσαν πως εκείνο που τους άρμοζε περισσότερο το στερούνταν σε μεγάλο βαθμό. Τους έλειπε η δυνατότητα να παρακολουθούν επαρκώς και να επιδρούν σε ό,τι συνέβαινε γύρω τους.

Δεν ήθελαν να καταβροχθίζουν ειδήσεις, ήθελαν και να τις σχολιάζουν. Δεν ήθελαν να ακούν για πολέμους, εγκλήματα και σκάνδαλα και να σηκώνουν τους ώμους τους, περισσότερο από ανημπόρια και λιγότερο από αδιαφορία. Αλλά όταν οι καταστάσεις τους στρίμωχναν πολύ αναγκάζονταν να παίξουν έναν τέτοιο μικρό και άχαρο ρόλο. Είναι ο ρόλος που τους δίνουν και οι σημερινές περιστάσεις. Πρέπει να λογαριάσουν τα έσοδα και τα έξοδά τους ανησυχώντας διαρκώς μήπως πέσουν έξω. Πού θα φτάσει αυτό;

Ασφαλώς, ακόμη και στη χειρότερη περίπτωση, υπό τις παρούσες συνθήκες, το φάσμα της φτώχειας δεν θα προκαλέσει γενική αναστάτωση. Δεν θα δούμε πεινασμένους να ξεχύνονται στους δρόμους. Ενδέχεται όμως να δούμε στους δρόμους διαβάτες που δεν θα βιάζονται να επιστρέψουν στο σπίτι τους, αλλά θα αναζητούν κάποιους άλλους για να μοιραστούν μαζί τους τις σκέψεις τους.

Οι πιεστικοί ρυθμοί της ζωής θα εμποδίζουν κάτι τέτοιο, κάνοντάς το να μοιάζει με χασομέρι και με σκόρπιες κουβέντες. Ομως μερικοί – που θα αισθάνονται πως το να καταπίνουν τη γλώσσα τους τούς μειώνει πολύ– ίσως επιμείνουν. Και τότε μέσα από τις νέες συναντήσεις και συναναστροφές πιθανόν να ξεφυτρώσουν νέες γνώμες, καθώς κι αποφάσεις για μια νέα δράση. Εκείνο που λείπει στην Ελλάδα σήμερα είναι η συζήτηση από τα κάτω.

Ο Βασίλης Καραποστόλης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο ΕΚΠΑ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000