«Δεν θα σας χαριστεί τίποτα· πρέπει να παλέψετε!» λέει και ξαναλέει ο Τζόζεφ Τζάκσον στους πέντε γιους του ενώ τους εκπαιδεύει καθημερινά και καταπιεστικά για να τους μεταμορφώσει σε μουσικό συγκρότημα στο σπίτι τους στο Γκάρι της Ιντιάνα, στη δεκαετία του 1960. Παρά την πρωτόγονη, απαράδεκτη συμπεριφορά του, ο Τζόζεφ Τζάκσον οραματίζεται τους γιους του σαν μια «μουσική οικογένεια»· και πράγματι, χάρη σ’ εκείνον δημιουργήθηκαν οι Jackson 5, ένα συγκρότημα που έλαμψε για πολλά φεγγάρια με μεγάλες επιτυχίες όπως το ABC που πήρε την πρωτιά στα charts το 1969.
Ομως το μικρότερο από αυτά τα παιδιά, ο Μάικλ Τζάκσον, ο κεντρικός ήρωας στο βιογραφικό δράμα «Michael» (ΗΠΑ, 2026) προορίζεται για άλλου τύπου μεγαλεία, πολύ μακριά από αυτά που έχει στο μυαλό του ο πατέρας του (ο Κόλμαν Ντομίνγκο είναι εξαιρετικός και πολύ πιθανόν να τον δούμε υποψήφιο για Οσκαρ Β’ ρόλου του χρόνου), «Ασε το φως σου να φωτίσει τον κόσμο» του λέει κάποια στιγμή η μητέρα του (Νία Λονγκ). Ο Μάικλ θα το αφήσει και από την πλευρά της η ταινία του Αντουάν Φουκουά θα φωτίσει ευπρόσωπα την ιστορία ενός φαινομένου καλύπτοντας ένα αρκετά μεγάλο διάστημα της ζωής του, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980.
Ο Φουκουά, ένας πολύ καλός επαγγελματίας και δημιουργός ταινιών όπως η «Μέρα εκπαίδευσης», ο «Βασιλιάς Αρθούρος» και το franchise «The equalizer», ξέρει πώς να ικανοποιήσει το κοινό του Τζάκσον (στο οποίο η ταινία, κυρίως απευθύνεται). Ολα τα πασίγνωστα τραγούδια του φαινομένου Μάικλ Τζάκσον (τον υποδύεται ο Τζαφάρ Τζάκσον σε μεγάλη ηλικία και ο Τζουλιάνο Βάλντι σε μικρή) καθώς και το παρασκήνιο της δημιουργίας τους θα περάσουν μέσα από την ταινία – το «Beat it» και το «Bille Jean» ανάμεσά τους –, όπως θα περάσουν και κομβικές στιγμές της πορείας του: από τη γνωριμία του με τον Κουίνσι Τζόουνς (Κέντρικ Σάμπσον), ως την επιβολή του στο MTV, μέσω του ατζέντη του Τζον Μπράνκα (Μάιλς Τέλερ).
Είναι σκηνές που ούτως η άλλως περιμένουμε και προσφέρονται απλόχερα, κάτι που θα λέγαμε ότι ισχύει και στην έμφαση που δίνει ο Φουκουά στην κινησιολογία και γενικότερα την «σωματική ομιλία» του Τζάκσον, ο οποίος ήξερε πολύ καλά τι έκανε γιατί είχε μελετήσει το παρελθόν και τους κλασικούς (τον βλέπουμε να αναφέρεται στον Φρεντ Αστέρ, όπως και στον Τσάρλι Τσάπλιν). Ομως η ιστορία της ταινίας δεν θα ξεφύγει ποτέ από τον άξονά της, τη σχέση πατέρα – γιου, μέσα από την οποία, πολύ πιθανόν να διαμορφώθηκε ο τόσο ιδιαίτερος χαρακτήρας του Μάικλ Τζάκσον. Η ταινία λέει ότι ακριβώς επειδή ο Τζάκσον δεν έζησε ποτέ ως παιδί, ο απίστευτος επαγγελματισμός όπως και το ταλέντο του, είχαν συγχρόνως μια «παιδικότητα», στην οποία, πολύ πιθανόν, να οφείλεται και το τεράστιο μέγεθος της επιτυχίας του.
Το δράμα του πρόσφυγα
Το προσφυγικό δράμα είναι ένα είδος που τα τελευταία 25 χρόνια συναντάται συχνά στον κινηματογράφο και η ουσία στις ιστορίες αυτών των ταινιών, η αιματηρή προσπάθεια ταλαιπωρημένων, ξεριζωμένων ανθρώπων για την εύρεση μιας νέας πατρίδας, είναι πάντα η ίδια. Σε όλες ανεξαιρέτως αυτές τις ταινίες, νόημα και μήνυμα είναι ακριβώς τα ίδια και αυτό που στην ουσία αλλάζει είναι οι λεπτομέρειες στην δομή της ιστορίας.
Εκεί ξεχωρίζει η ταινία του αμερικανού παραγωγού και σκηνοθέτη Μπραντ Αντερσεν «I was a stranger» (ΗΠΑ, 2026), μεγάλο μέρος της οποίας είναι γυρισμένο στην Ελλάδα, χώρα που όλοι γνωρίζουμε αποτελεί hot spot σε ό,τι αφορά το προσφυγικό ζήτημα. Χωρίς τίποτα περιττό, χωρίς ίχνος λαϊκισμού, ο Αντερσεν (ακτιβιστής ο ίδιος) προσπάθησε να καλύψει όλο το φάσμα ενός ταξιδιού προσφυγιάς, όλο το μαρτύριο του πρόσφυγα από τη στιγμή που παίρνει την απόφαση να ξεριζωθεί μέχρι τη στιγμή που φτάνει στον προορισμό του· αν αυτό βέβαια γίνει.
Τεμαχίζει προσεκτικά τον χρόνο, μοιράζει σε κεφάλαια την ιστορία για να φτιάξει μια σύγχρονη Οδύσσεια εστιάζοντας σε μια Σύρια (Γιασμίν Αλ Μασρί) που αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Χαλέπι μαζί με την κόρη της (Μάσα Νταούντ), στοχεύοντας στο αμερικανικό όνειρο. Στο διάβα της, θα βρεθεί ένας συμπατριώτης της στρατιώτης (Γιάχια Μαχαϊνί) αρνούμενος ένα καθεστώς που εκτελεί παιδιά, ένας κυνικός διακινητής μεταναστών (Ομάρ Σι) που από την πλευρά του κουβαλάει τον δικό του σταυρό και ένας έλληνας κυβερνήτης σκάφους του Λιμενικού (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης), παθιασμένος με την ιδέα της σωτηρίας ανθρώπων που κινδυνεύουν να πεθάνουν. Το γύρισμα είναι υποδειγματικό και ο σχεδιασμός παραγωγής τόσο άρτιος που σχεδόν δεν πιστεύεις ότι αυτή η υψηλών standards παραγωγή είναι μια εντελώς low budget, χειροποίητη ταινία και όχι πολλών εκατομμυρίων.
Η κρυμμένη ομορφιά
Θέση στη λίστα αγαπημένων μου ταινιών γύρω από σχέσεις γυναικών – ταινίες όπως οι «Τζούλια», «Θέλμα και Λουίζ», «Carol» και «Οι γυναίκες μεταξύ τους» – παίρνει πια και αυτή η ανθρώπινη, μελαγχολική ταινία του Μάριο Μαρτόνε «Γυναίκες έξω» (Fuori, Ιταλία, 2025), στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται μια ασυνήθιστη σχέση γυναικών. Στη μια πλευρά, η Γκολιάρντα Σαπιέντσα (Βαλέρια Γκολίνο), ατυχήσασα ιταλίδα συγγραφέας, μια βασανισμένη ψυχή, που δεν κατάφερε ποτέ να ζήσει τη χαρά της επιτυχίας των βιβλίων της καθώς πέθανε σε ηλικία 70 ετών, αρκετά χρόνια μετά την αποφυλάκισή της (φυλακίστηκε για κλοπή).
Στην απέναντι όχθη, η πολύ νεότερή της συγκατάδικος Ρομπέρτα (Ματίλντα Ντε Αντζελις), πρόσωπο πανέμορφο και συγχρόνως χαρακτήρας αυτοκαταστροφικός, που όμως θα ανοίξει πόρτες στο πνεύμα της Σαπιέντσα και θα τη βοηθήσει να ξαναβρεί τη «φωνή» της. Ολα όσα η Σαπιέντσα δεν μπόρεσε ποτέ να «βρει» στον έξω κόσμο, τα βρήκε εκεί όπου της στερήθηκε η ελευθερία. Ο Μαρτόνε πλησιάζει με τρομερή ευγένεια και ευαισθησία τις δύο αυτές γυναίκες, ρίχνοντας βέβαια το μεγαλύτερο βάρος στη Σαπιέντσα.
Και φτιάχνει μια ταινία γυναικείων χαρακτήρων που βιώνουν την έννοια της ελευθερίας με έναν τρόπο που μόνον οι ίδιες μπορούν να αντιληφθούν πλήρως – ακόμα και αν δεν μπορούν να τον εξηγήσουν. Παρότι η ατμόσφαιρα αυτής της ταινίας είναι ως επί το πλείστον στενάχωρη με σκηνές αδιεξόδου τόσο στη ζωή της Σαπιέντσα όσο και στη ζωή της Ρομπέρτα, η «Γυναίκες έξω» είναι μια ταινία που στοχεύει στην αποτύπωση της ομορφιάς της ζωής που υπάρχει ακόμα και καλά κρυμμένη πίσω από το μαύρο πέπλο των δυσκολιών που την ασχημαίνουν.
Χαλαρή κι ειλικρινής
Με την ταινία «Μη γελάτε θα σας δει ο κόσμος» (Ελλάδα, 2025) ο σκηνοθέτης Νικόλας Δημητρόπουλος θέλησε να αφουγκραστεί μια σύγχρονη Ελληνίδα γύρω στα 40, η οποία ζει μόνη επειδή αυτή είναι η επιλογή της και έχει αρκετά μέτωπα να αντιμετωπίσει, με βασικότερο το έμβρυο στην κοιλιά της. Θα κρατήσει το παιδί ή θα το «ρίξει»; Ιδού η απορία. Παρακολουθούμε λοιπόν την πορεία αυτής της γυναίκας, την οποία υποδύεται χωρίς ίχνος ψευτιάς η Μαρία Αποστολακέα.
Απομονώνεται στο επί χρόνια κλειστό σπίτι της στο Ζούμπερι, τσακώνεται με τη θεούσα αδελφή της (Μαντώ Γιαννίκου), για την οποία κυνικά λέει «έχασε τον άντρα της και βρήκε τον Θεό», αναπτύσσει ένα αθώο φλερτ με έναν καλοπροαίρετο γείτονα (Ακύλλας Καραζήσης). Μικρές στιγμές καθημερινότητας που χωρίς ποτέ να ενθουσιάζουν, σε κάνουν να χαίρεσαι που τις βλέπεις, γνωρίζοντας την ίδια στιγμή ότι δεν βρίσκεσαι μπροστά σε κάτι σπουδαίο, αλλά σε μια feelgood ταινία που διακρίνεται από μια σχεδόν συναρπαστική ειλικρίνεια και μια χαλαρότητα που σε κερδίζουν άνευ όρων.
Δαίμονες του Αουσβιτς
Εχω κατ’ επανάληψη αναφερθεί στο «Πες μου» (Ελλάδα/ Γερμανία, 2026), το τελευταίο ντοκιμαντέρ του δημοσιογράφου – σκηνοθέτη Νίκου Μεγγρέλη, μια βαθιά ανθρώπινη και τρυφερή ματιά πάνω σε ένα πρόσωπο και τους δαίμονες που το στοιχειώνουν: αυτό το πρόσωπο λέγεται Ρενέ Ρεβάχ (που συνεργάστηκε με τον Μεγγρέλη στο σενάριο) και την παρακολουθούμε ενώ βρίσκεται σε μια νοερή «συνομιλία» με τον παππού της, φωτογραφίζοντας το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αουσβιτς, εκεί όπου έχασε πολλούς προγόνους της, θύματα του Ολοκαυτώματος των Εβραίων. Ο παππούς της γλίτωσε από θαύμα καθώς βρήκε καταφύγιο στην Αθήνα, όμως τον πόνο για τον χαμό των συγγενών του δεν μπόρεσε ποτέ να τον ξεπεράσει.
Ο Μεγγρέλης παρακολουθεί αυτή τη γυναίκα σιωπηλά, ασχολίαστα και με σεβασμό, χωρίς να εκβιάζει κάποια κατάσταση, χωρίς να επιδιώκει να «κερδίσει» το δάκρυ. Βλέποντας την ασπρόμαυρη αυτή ταινία, δεν νιώθεις μόνο τον πόνο της Ρεβάχ αλλά τον πόνων όλων όσοι βρίσκονται στην ίδια θέση και έχουν θρηνήσει τους δικούς τους ανθρώπους. Χωρίς να έχει τίποτα το διδακτικό, η ταινία σε κερδίζει με την ποίησή της και μνεία, σε αυτό, πρέπει να γίνει στο ίδιο το γύρισμα, που αντιπαραβάλλει την ομορφιά του φυσικού τοπίου των περιοχών γύρω από τα στρατόπεδα του Αουσβιτς και του Μπίρκεναου με την ανομολόγητη φρίκη που έλαβε κάποτε χώρα στο εσωτερικό τους.
Πρόχειρος Σινάτρα
Η βιογραφία «Sinatra! Eternity» (ΗΠΑ, 2025) που φέρει την υπογραφή των Γιώργου Παπαθεοδώρου και Μάικλ Ομπλοβιτς επιστρέφει στο «μυστήριο» της ερωτικής σχέσης του Φρανκ Σινάτρα (Ρίκο Σιμoνίνι) και της ηθοποιού Αβα Γκάρντνερ (Εμιλι Ελίσια Λόου) σε συνάρτηση με τον αγώνα του πρώτου να κερδίσει τον ρόλο του στρατιώτη Μάτζιο της ταινίας «Οσο υπάρχουν άνθρωποι» (Από εδώ ως την αιωνιότητα).
Ολα αυτά τα μαθαίνουμε μέσα από μια προχειροφτιαγμένη συρραφή σκηνών και μέσω της αφήγησης ενός γερασμένου Σινάτρα προς τον βιογράφο του που υποδύεται ο Μάικλ Μάντσεν σαν να βρίσκεται ακόμα στο «Reservoir dogs». Η ταινία σου δίνει την εντύπωση home movie περασμένων εποχών και αν υπάρχουν κάποιες στιγμές αναλαμπής είναι εκείνες με περάσματα από ηθοποιούς όπως ο Χάρι Ντιν Στάντον (που πέθανε το… 2017) στον ρόλο ενός σερίφη που γνωρίζει τον Σινάτρα και ο Ερικ Ρόμπερτς σε εκείνον του μεγαλοπαραγωγού του Χόλιγουντ Χάρι Κον.
«Χύμα» road movie
Ανισο αλλά με ευαισθησίες είναι το road movie του Φραντσέσκο Σοσάι «Ενα τελευταίο για τον δρόμο» (Le città di pianura Ιταλία, 2025) όπου παρακολουθούμε δύο μεσήλικους (Σέρτζιο Ρομάνο, Πιερπάολο Καποβίγια) να περιφέρονται χωρίς λόγο μέσα σε ένα αυτοκίνητο στην ιταλική επαρχία (πεδιάδα του Βένετο). Πίνουν, μεθάνε, τρώνε, ξερνάνε, καπνίζουν, συνομιλούν με διάφορους.
Αναρωτιούνται για το ποιος ανακάλυψε τις γαρίδες κοκτέιλ, γκρινιάζουν ή κάνουν πλάκα για τις αξίες που έχουν χαθεί και το όλο πράγμα συνεχίζεται σε αυτό το στυλ. Ολα μοιάζουν να γίνονται χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο, ελάχιστες εξηγήσεις δίνονται για το πώς αυτοί οι δύο άνθρωποι βρίσκονται σε αυτήν τη θέση και η γνωριμία τους με έναν νεαρό φοιτητή (Φίλιπο Σκότι) θα ταρακουνήσει λίγο και εκείνους και εμάς (κάτι σαν ομάζ προς τον αριστουργηματικό «Φανφαρόνο» του Ντίνο Ρίζι με τους Βιτόριο Γκάσμαν – Ζαν Λουί Τρεντινιάν). Η ταινία έχει μια παράξενη νοσταλγία, παρότι καθετί εδώ γίνεται εντελώς «χύμα».
Επίσης στις αίθουσες
Προβάλλονται επίσης στις αίθουσες οι ταινίες «Αϊντα» (Aída y vuelta, Ισπανία, 2026) του Πάκο Λεόν, spinoff της ομώνυμης τηλεοπτικής ισπανικής σειράς, «Ο σερίφης» (ΗΠΑ, 2026) του Μπεν Γουίτλεϊ με τον Μπομπ Οντενκιρκ στον ρόλο ενός αναπληρωτή σερίφη που αναλαμβάνει θέση σε μια ήσυχη επαρχιακή πόλη που τελικά μόνο ήσυχη δεν είναι, το ρωσικό κινούμενο σχέδιο «Οικογένεια ντινοσάουρους» (Doktor Dinozavrov /The Dino family, 2025) των Μάγια Τουρκίνα, Μαξίμ Βόλκοφ και σε περιορισμένες προβολές το ντοκιμαντέρ «Καταφύγιο στην Ομόνοια» (Ελλάδα, 2026) της Φένιας Παπαδόδημα.






