Αυτό που περισσότερο με εντυπωσίασε στη χθεσινή συζήτηση στη Βουλή για το κράτος δικαίου ήταν ο θυμός με τον οποίο εμφανίστηκε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης. Θυμός, ανεξέλεγκτος και μόνιμος, κατά της ΝΔ και του Πρωθυπουργού για μια μόνιμη κατά τη θεωρία του ποδηγέτηση των δημοκρατικών θεσμών – που ωστόσο δεν προκύπτει από τους δείκτες των μετρήσεων για τη χώρα. Οι μετρήσεις αυτές, άλλωστε, είναι κόντρα στις κατηγορίες κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη για «σύστημα» και «καθεστώς» που επιδιώκει να ποδηγετήσει τη Δικαιοσύνη και τον Τύπο – οι κατηγορίες αυτές κατά κόρον εκφράζονται από τα σπαράγματα του κραταιού ΣΥΡΙΖΑ των Παππά – Παπαγγελόπουλου ή από τον κραταιό Νίκο Ανδρουλάκη, ο χώρος του οποίου έχει μνημειώσει τον όρο αυριανισμός. Ο μόνιμος θυμός είναι ένα διόλου ελκυστικό ρητορικό τέχνασμα, που έχει όρια. Ο μόνιμα θυμωμένος, μόνιμα σφιγμένος, μόνιμα συνοφρυωμένος και μόνιμα καταγγελτικός Νίκος Ανδρουλάκης δεν μπορεί να πάει μακριά το ΠΑΣΟΚ – κι ας λέει ο αρχηγός και επαναλαμβάνουν τα στελέχη του ότι θα είναι πρώτο κόμμα.
Και δεν μπορεί να πάει μακριά, όχι μόνο επειδή μέρος του θυμού του είναι αδιαφιλονίκητα άκυρο (σε ό,τι αφορά τα μπαζώματα και τα κρυμμένα υλικά του δυστυχήματος των Τεμπών) ούτε επειδή ο πελατειακός κύκλος του πολιτικού συστήματος τον οποίο ο θυμός του καταγγέλλει δεν είναι τωρινός ή αμιγώς νεοδημοκρατικός. Δεν μπορεί να πάει μακριά, επειδή πίσω από το προπέτασμα του θυμού η πολιτική πρόταση του ΠΑΣΟΚ είναι χτισμένη με σαθρά υλικά: δεν τη στηρίζει, όχι κάποιο όραμα, αλλά ούτε ένα συνεκτικό αφήγημα για τη χώρα. Και ποιο ρεύμα πλειοψηφίας μπορεί να στηρίξει ένα πολιτικό σχήμα που δεν υπόσχεται καλύτερα οικονομικά, ασφάλεια και ηρεμία αλλά, απλώς, ποντάρει στην πολεμική κατά των αντιπάλων του; Ποιον μπορεί να ελκύσει η προγραμματική ένδεια;
Κατά τα άλλα, ήμουνα νιος και γέρασα. Σχεδόν από την επόμενη ημέρα της διακυβέρνησης Μητσοτάκη η αντιπολίτευση, στις παραλλαγές της, επιδιώκει να στοιχηθεί πίσω από κάποιον ηθικό πανικό, σοβαρό ή λιγότερο σοβαρό, για να δημιουργήσει ρωγμές στο κυβερνητικό σχήμα. Προκαλεί, όντως, κάποιες ρωγμές, αλλά δεν έχει καταφέρει να πλήξει την κυβέρνηση στο βασικό της πλεονέκτημα: τις προτάσεις πολιτικής για τη βελτίωση της ζωής μας και το περιβάλλον σταθερότητας σε έναν αβέβαιο κόσμο. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει πρόταση εξουσίας από την αντιπολίτευση – δεν υπάρχει κόμμα να εισπράξει την αναγκαστική φθορά της κυβέρνησης. Και γι’ αυτό τα πιο φιλόδοξα όνειρα των αντιπολιτευομένων (τα πραγματικά, όχι οι ονειρώξεις) είναι να καταφέρουν, για να μην πάρει η ΝΔ την αυτοδυναμία.
Πώς σκέφτονται να το καταφέρουν; Με θυμό· και καταφυγή στον ηθικό πανικό της σκανδαλολογίας. Δεν είναι η πρώτη φορά. Είναι ο πάγιος τρόπος των ανίκανων αντιπολιτεύσεων να φανταστούν δημιουργικά τον εαυτό τους. Θυμάμαι, παραδείγματος χάριν, την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, τη διακυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή. Και τότε σκάνδαλα έψαχνε η αντιπολίτευση· η μεγάλη επένδυσή της ήταν στη Μονή Βατοπεδίου. Η χώρα, βυθισμένη στις πελατειακές σχέσεις, κατέρρεε, κι η αντιπολίτευση κυνήγαγε κάτι καλόγερους. Κι όταν ο Κώστας Καραμανλής επιτέλους ηττήθηκε, η εμβληματική φράση του διαδόχου του στην πρωθυπουργία, του Γιώργου Παπανδρέου, ήταν ότι «λεφτά υπάρχουν». Δεν είχε καταλάβει καν τη χρεοκοπία που ερχόταν.
Για κάτι τέτοιους λόγους ο θυμός δεν είναι επιχείρημα. Ούτε κι η εθελοτυφλία.
Ερημοι κι απρόσωποι
Στην ίδια συζήτηση, ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ επέκρινε τον Πρωθυπουργό, επειδή, όπως είπε, μίλησε «ως θαμώνας καφενείου, ως ψυχολόγος, ως τρολ του Διαδικτύου». Δεν ξέρω ακριβώς ποια επιχειρήματα του Κυριάκου Μητσοτάκη θεωρεί απόδειξη καφενειακού λόγου ο Νίκος Ανδρουλάκης (πιθανόν τον ενόχλησε η αναφορά στα όνειρα εξουσίας που του αποδόθηκαν). Ενα πράγμα μόνο ξέρω. Οτι η πολιτική ρητορική δεν μπορεί να είναι ένας άκαμπτος κι εκ των προτέρων οργανωμένος λόγος, αλλά προφανώς οφείλει να έχει ζωντάνια, αναφορές κι ειρωνεία. Η ειρωνεία είναι προτέρημα του δημόσιου λόγου – και δεν είναι τυχαίο που ο Πρωθυπουργός επικαλέστηκε ίσως τον μεγαλύτερο είρωνα της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής, τον Θόδωρο Πάγκαλο, όταν τοποθετήθηκε για το ζήτημα της απομύζησης της ΕΕ από αγρότες, εν προκειμένω του ΠΑΣΟΚ.
Στην πολιτική ζωή έχουν περάσει πολλοί ξύλινοι εκπρόσωποι, «έρημοι κι απρόσωποι», που έλεγε κι ο Σαββόπουλος. Δεν ήταν η ρητορική δεινότητα των εκπροσώπων το πρόβλημα της χώρας. Ηταν, αντίθετα, η χρήση των θεσμών επ’ ωφελεία καθεστωτικών αντιλήψεων. Ο Νίκος Ανδρουλάκης χρησιμοποίησε, χθες, ως επιχείρημα αντικυβερνητικής επίκρισης στοιχεία από το βιβλίο των Ζίμπλατ και Λεβίτσκι «Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες» (στα ελληνικά, εκδ. Μεταίχμιο). Αν το έχει διαβάσει, με τρομάζει ότι, στη σκέψη των δυο διανοητών, δεν καταφέρνει να εντοπίσει το παρελθόν του ΠΑΣΟΚ· κάτι που συνιστά τεράστια ακρισία.






