Από τις πολλές κακοδαιμονίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος, δύο ξεχωρίζουν πέρα και πάνω από τη συγκυρία: ο πρωθυπουργοκεντρισμός και η σταυροθηρία. Τα δεινά αυτά είναι αλληλοεξαρτώμενα και αλληλοτροφοδοτούμενα. Το πρώτο έχει μετατρέψει την προεδρευομένη σε οιονεί προεδρική δημοκρατία. Ενας θεσμικά πανίσχυρος Πρωθυπουργός μπορεί να κάνει τα πάντα, σχεδόν εν λευκώ. Το μόνο που έχει να φοβάται είναι η κοινοβουλευτική του ομάδα και το κύριο μέσο καθησυχασμού της είναι τα υπουργικά συμβούλια των 60 ατόμων, μέσω των οποίων σχεδόν όλοι οι βουλευτές καταλαμβάνουν κάποια στιγμή έναν υπουργικό θώκο, ή έστω μια θέση υφυπουργού. Τη θητεία τους αξιοποιούν για την επανεκλογή τους με όποιους τρόπους μπορεί να φανταστεί κανείς – και δεν απαιτείται μεγάλη φαντασία. Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες, απλούστατα επειδή όποιος δεν ακολουθεί την καθολικά αποδεκτή πρακτική καταδικάζεται στις εκλογές, αποτυγχάνει και εξοβελίζεται.

Ο Πρωθυπουργός – κατά την πάγια πρακτική της κυβέρνησης – παρουσίασε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ως ειδική περίπτωση και προέταξε ως ασπίδα την καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας. Δεν είναι αναγκαστικά αρνητική εξέλιξη. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η σύμπτωση των δύο στο ίδιο πρόσωπο. Η ουσία αφορά τη χρήση της υπουργικής ιδιότητας για την εκλογή ή επανεκλογή στη βουλευτική έδρα. Και για αυτό η πρωθυπουργική πρόταση δεν προβλέπει απολύτως τίποτα.

Αντιθέτως: ο εκπρόσωπός του κατηγόρησε για «ελιτισμό» όσους υποστηρίζουν τον εύλογο συνδυασμό της με ένα εκλογικό σύστημα χωρίς σταυρό προτίμησης (όπως ακριβώς συμβαίνει στις περισσότερες χώρες όπου ισχύει ασυμβίβαστο). Υποθέτει κανείς ότι από την κατηγορία εξαιρείται η κ. Μπακογιάννη, η οποία εδώ και δεκαετίες (τότε μαζί με τον Θόδωρο Πάγκαλο) είχε ταχθεί – και πολύ ορθά – υπέρ ενός εκλογικού συστήματος στα πρότυπα του γερμανικού, που συνδυάζει εθνική λίστα με αναλογική κατανομή εδρών και μονοεδρικές περιφέρειες, χωρίς σταυροδοσία.

Οι απαγορεύσεις και τα ασυμβίβαστα έχουν λειτουργήσει σε πολλές περιπτώσεις σε θετική κατεύθυνση. Ο νόμος Σκανδαλίδη (ν. 3023/2002) που απαγόρευσε τη διαφήμιση υποψηφίων βουλευτών λειτούργησε εξυγιαντικά. Κανείς σήμερα δεν θα διανοούνταν την υποτροπή στο προηγούμενο καθεστώς. Οσοι διαφωνήσαμε με το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (με εισηγητές Β. Βενιζέλο / Ι. Βαρβιτσιώτη) κάναμε λάθος. Τα επίχειρα της κατάργησής του είναι ιδιαίτερα εμφανή στις δικαστικές αίθουσες – από την εμφάνιση του τότε κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της ΝΔ κ. Βορίδη ως συνηγόρου υπεράσπισης κατηγορουμένων για κατάχρηση σε βάρος του Δημοσίου μέχρι τις σκηνές που εκτυλίσσονται σήμερα στα δικαστήρια κάθε φορά που παρίσταται ως συνήγορος και ταυτόχρονα βουλευτής και αρχηγός κόμματος η κ. Κωνσταντοπούλου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος χρειάζεται αναθεώρηση. Οπως χρειάζονται και απαγορεύσεις και ασυμβίβαστα, ενταγμένα σε μια συνολικά διαφορετική θεσμική μηχανική. Τέτοια μεταρρύθμιση προϋποθέτει συναίνεση και μακρά διαβούλευση, δηλαδή απόσταση από τις εκλογές. Ποιος θα συναινέσει τώρα; Οχι οι βουλευτές – που ήδη θεωρούν έγκλημα ότι η κυβέρνηση δεν κάλυψε την εθιμική εξωθεσμική ψηφοθηρία. Οχι η αντιπολίτευση – όταν ο θεσμικός εκσυγχρονισμός εργαλειοποιείται απροκάλυπτα για τη σκοπιμότητα της συγκυρίας. Οχι οι πολίτες – ούτε αυτοί που θέλουν να μην αλλάξει τίποτα, ούτε εκείνοι που διαπιστώνουν την απόλυτη προτεραιότητα της επικοινωνίας έναντι της ουσίας. Η εκκίνηση της συζήτησης προκαταλαμβάνει την αρνητική της έκβαση. Σε όσους διατηρούν μια θεσμική ευαισθησία μένει η αίσθηση πως η αποτυχία δεν είναι απλώς προδιαγεγραμμένη. Στον βωμό της υπέρβασης της συγκυρίας είναι, αν όχι επιδιωκόμενη, σίγουρα ανεκτή ως παράπλευρη απώλεια.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.