Πριν από μερικά χρόνια, η αναφορά στο εάν μπόρεσαν ή όχι να ελεγχθούν οι «αρμοί της εξουσίας», είχε θεωρηθεί το κατεξοχήν σύμπτωμα μιας αντιθεσμικής αντίληψης για τον έλεγχο και την ενδεχόμενη εργαλειοποίηση του κράτους, κατά παράβαση υποτίθεται των βασικών αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, αν και στην πραγματικότητα παρέπεμπε στη μάλλον κοινότοπη διαπίστωση ότι η κατοχή της κυβερνητικής εξουσίας δεν σημαίνει και τον πλήρη έλεγχο του κρατικού μηχανισμού, ακριβώς γιατί αυτός είναι αρκετά πιο περίπλοκος και δεν αποτελεί ποτέ απλώς ένα «εργαλείο». Αλλωστε, εάν αναζητούμε θεωρητική τεκμηρίωση, υπάρχει πάντα και το έργο του Νίκου Πουλαντζά, ιδίως στην τελευταία φάση του, που εξηγεί τη συνθετότητα του κράτους ως υλικής – και σύνθετης – συμπύκνωσης κοινωνικών σχέσεων, έργο που διατηρεί ακόμη αξιοσημείωτη επικαιρότητα.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι στο μεταξύ σταμάτησαν οι προσπάθειες να ελεγχθούν όντως οι αρμοί του κράτους. Γιατί εάν κανείς προσπαθήσει να αποτιμήσει αυτό που διατυπώθηκε ως αίτημα για ένα «επιτελικό κράτος» αναδρομικά και υπό το βάρος επτά σχεδόν ετών διακυβέρνησης, αλλά και σκανδάλων όπως αυτά που αφορούν τις παράνομες υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και την κυβερνητική διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών, αυτό που διαπιστώνει είναι ακριβώς μια προσπάθεια να ελεγχθεί και να χειραγωγηθεί η κρατική λειτουργία, είτε αυτό αφορά τις τεράστιες δυνατότητες επιτήρησης που προσφέρει η απλή επίκληση της «εθνικής ασφάλειας» (ιδίως όταν συναντιέται με τις τεχνολογικές δυνατότητες παράνομων κατασκοπευτικών λογισμικών), είτε τις διάφορες παραλλαγές χειραγώγησης της δικαιοσύνης που εξακολουθούν να δοκιμάζονται, είτε την επιλεκτική μετατροπή κρατικών λειτουργιών σε μηχανισμούς κομματικής εξυπηρέτησης (και πολύ παραδοσιακής ψηφοθηρίας), είτε τις δυνατότητες επηρεασμού του τοπίου της ενημέρωσης.

Οτι αυτές οι προσπάθειες εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως πρακτικές που δεν είναι στον πυρήνα τους παραβατικές, αλλά θεμιτές (πολύ πέρα της όποιας επίκλησης του «τεκμηρίου αθωότητας»), απλώς υπογραμμίζει και ένα βαθύτερο αίσθημα ιδιοκτησίας του κράτους. Ως εάν, δηλαδή, ο κρατικός μηχανισμός να ανήκει δικαιωματικά σε συγκεκριμένες πολιτικές παρατάξεις, παραδόσεις, ιδεολογίες και – γιατί όχι; – πολιτικές δυναστείες, που μόνο αυτές μπορούν πραγματικά να τον διοικήσουν και να τον αξιοποιήσουν στο πλαίσιο μιας αντίληψης όπου το κομματικό και το εθνικό συμφέρον θεωρείται ότι συμπίπτουν αναγκαστικά.

Ομως, αυτό στην πραγματικότητα αποτελεί και μία από τις μεγαλύτερες αμφισβητήσεις της βασικότερης ίσως κατάκτησης της Μεταπολίτευσης που ήταν ακριβώς ότι μπορούσαν να αναγνωρίσουν εαυτόν στο κράτος και να αποτελέσουν παράγοντα της διακυβέρνησης και όλες εκείνες οι κοινωνικές δυνάμεις – και πολιτικές ιδεολογίες – τις οποίες είχε εξ ορισμού αποκλείσει το μετεμφυλιακό κράτος. Σε αυτό το πλαίσιο ο «υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός» γίνεται ουσιαστικά μια νέα «εθνικοφροσύνη», δηλαδή παρουσιάζεται ως η μόνη επιτρεπτή πολιτική ταυτότητα κομμάτων διακυβέρνησης, με οτιδήποτε άλλο να θεωρείται εξαρχής επικίνδυνο. Το αποτέλεσμα είναι ο ιδιότυπος και βαθιά αλαζονικός βοναπαρτισμός της εξαγγελίας μεγάλων θεσμικών μεταλλαγών από μια κυβέρνηση που στην πραγματικότητα αντιμετωπίζει μια ιδιαίτερα οξεία κρίση νομιμοποίησης.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.