Η Νέα Αριστερά διασπάται με αιχμή τη συνεργασία ή όχι με τον Αλέξη Τσίπρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ταλαντεύεται πάνω στο ίδιο δίλημμα. Και οι δύο πολιτικές εκφάνσεις, που προέκυψαν από τον ενιαίο «ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία», αμφιρρέπουν και δολιχοδρομούν πάνω στο παρεμφερές ερώτημα αν θα προχωρήσουν ή όχι στην ενσωμάτωση στο κυοφορούμενο εγχείρημα Τσίπρα. Αυτό (το ότι βασανίζονται από το ίδιο ζεύγος διλημμάτων) θα μπορούσε να τους φέρει πιο κοντά. Αντίθετα. Τα όμοια διλήμματα, η κοινή αγωνία, απομακρύνουν. Οι βαθύτεροι ιδεολογικοί καθορισμοί έχουν προ πολλού εκλείψει από τον χώρο.
Ο εμπειρισμός και η αυτοσχεδιαστική παραγωγή πολιτικής είναι αρκετά για να κρατήσουν μια ρητορική, όχι όμως για να καθορίσουν τη διακριτή φυσιογνωμία κόμματος που δρα και επιδρά. Στη σημερινή συνθήκη, δεν τίθενται ερωτήματα στρατηγικής, πολιτικής φιλοσοφίας, ιστορικής κληρονομιάς, οργανωτικής διασποράς κ.λπ. Αλλά διαχείρισης επιθυμίας, θυμικού, τραυμάτων κ.λπ. Σε έναν μεγάλο βαθμό κάποιοι δεν συμπαθούν (ή απεχθάνονται) κάποιους άλλους και ιδεολογικοποιούν την απέχθειά τους. Οχι πως στα υπόλοιπα κόμματα δεν συμβαίνουν αυτά.
Συχνά εκπλήσσεσαι όταν ακούς βουλευτές ή στελέχη να κατεβάζουν από τον γάιδαρο τους συνοδοιπόρους τους. Ομως στην περίπτωση των δύο αριστερών κομμάτων δεν υπάρχει κάτι άλλο. Κάτι ενεργητικό που να τα αναθεμελιώνει ως ιστορικά κρίσιμες και αναγκαίες θεωρησιακές οντότητες. Δεν υπάρχει δυναμικό και θαλερό ακροατήριο, δεν ακούγονται καν από τους ψυχρόαιμους ή φιλοπερίεργους. Ακούνε οι ίδιοι και όχι το κοινό. Εσωτερική ακρόαση. Αυτακρόαση. Αυταπεύθυνση.
Το ΠΑΣΟΚ, παραλλήλως, κάνει το συνέδριό του με ένα μέτριο άγχος εικαζόμενης κούρασης. «Κούραση» είναι ο συνηθισμένος όρος με τον οποίο διαχειρίζονται οι παρατηρητές τη στασιμότητα και την προκύπτουσα γκρίνια (και την αναπτέρωση αρχηγικών φιλοδοξιών). Το ΠΑΣΟΚ έχει άλυτη και εκκρεμή την επιρροή του στον αστικό χώρο, έχει αρκετά κτισμένη δομή, λεπτές ισορροπίες και απευθύνεται με σχετική αυτοπεποίθηση στα κόμματα της Αριστεράς με την πρόσκληση στο συνέδριο.
Ολοι οι μέτοχοι της Κεντροαριστεράς αναθαρρεύουν επιπόλαια με την ενισχυμένη παρουσία, π.χ., του Ισπανού Σάντσεθ ή την ήττα της Μελόνι σε κάποιες περιφερειακές εκλογές, ξεχνώντας ότι τα κόμματα της Κεντροαριστεράς έχουν να κάνουν με ένα πολύ πιο δεξιό κοινό.
Η πολιτική κουλτούρα, οι συμπεριφορές, η ερμηνευτική, είναι πιο δεξιά, έτσι που το AfD ή η Λεπέν να μεταβάλλουν την «γκωλική» παράδοση σε μορφή Aριστεράς. Αυτή η λαϊκή ιδεολογική μετάσταση αδρανοποιεί τις πολιτικές σημάνσεις ολόκληρου του αριστερού κληροδοτήματος. Δυστυχώς. Ο αντίπαλος δεν είναι τα κόμματα του συντηρητικού χώρου, αλλά ο ευρύτατος λαϊκός, αντιληπτικός και διανοητικός συντηρητισμός που τα παραγγέλνει. Σε αυτές τις συνθήκες η διερώτηση πάνω στα όρια ριζοσπαστισμού, αριστερής ευσέβειας και μαζικής διείσδυσης είναι πολυτέλεια.






