Χθες ήταν η ώρα του τελεσιγράφου. Το Ιράν, είπε, έχει 48 ώρες να ελευθερώσει τα Στενά του Ορμούζ, αλλιώς οι ΗΠΑ θα χτυπήσουν τις ενεργειακές υποδομές του. Δύο ημέρες νωρίτερα είχε ζητήσει από το Ισραήλ να μη χτυπά ενεργειακές υποδομές. Αύριο, ποιος ξέρει; Την Παρασκευή έλεγε ότι ο πόλεμος εξελίσσεται ταχύτερα από το χρονοδιάγραμμά του, οι στόχοι του έχουν σχεδόν όλοι επιτευχθεί και οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο να αρχίσουν να αποκλιμακώνουν (wind down) τη «σπουδαία» τους στρατιωτική επιχείρηση. Λίγο νωρίτερα είχε πει ότι το Ιράν εκλιπαρεί για διάλογο και εκεχειρία, αλλά αυτός δεν θέλει ακόμη να το κάνει. Την ίδια ώρα επιβεβαιώνονταν πληροφορίες ότι χιλιάδες επιπλέον αμερικανοί στρατιώτες κατευθύνονται προς την περιοχή.
Τις δεκαπέντε πρώτες ημέρες από την έναρξη του πολέμου, τα Στενά του Ορμούζ ήταν μια ασήμαντη για την εξέλιξη των επιχειρήσεων λεπτομέρεια, στην οποία ο στρατηλάτης πρόεδρος δεν έδινε σημασία. Εδώ και μία εβδομάδα έγιναν το κεντρικό θέμα. Οι σύμμαχοι καλούνται να βοηθήσουν, έπειτα καταγγέλλονται ως δειλοί που δεν βοηθάνε, έπειτα η βοήθειά τους χαρακτηρίζεται περιττή, έπειτα απειλούνται με συνέπειες για την άρνησή τους και φτου κι απ’ την αρχή. Ο πρόεδρος Τραμπ βομβαρδίζει τον κόσμο καθημερινά, μονοπωλώντας το προνόμιο της ενημέρωσης για τον πόλεμο, την πορεία και τους στόχους του, με δηλώσεις που μερικές φορές αντιφάσκουν όχι μόνον από τη μια μέρα στην άλλη αλλά μερικές φορές από τη μία φράση στην επόμενη.
Η τέχνη της «δημιουργικής ασάφειας», στην οποία κάποτε δοκίμαζε τις δυνάμεις του ο ημέτερος Βαρουφάκης, γνωρίζει τώρα ημέρες αληθινής δόξας. Καθρεφτίζεται σε αυτήν μια πραγματική και εξ αρχής έλλειψη καθαρών στόχων, ρεαλιστικών προβλέψεων και στρατηγικής – στρατηγικής εξόδου προπάντων; Είναι μια εσκεμμένη, μεγαλοφυής τακτική επιλογή για λόγους τόσο ασαφείς όσο και οι δηλώσεις που την υπηρετούν; Το βέβαιο είναι ότι αυτή η ασάφεια έχει πραγματικές, σαφείς επιπτώσεις στην οικονομική – και όχι μόνον σε αυτήν – πραγματικότητα.
Οι επιπτώσεις μετριούνται, πρώτα, στις τιμές της ενέργειας. Η εκτίμηση των μεγάλων επενδυτικών και συμβουλευτικών οίκων τις πρώτες ημέρες του πολέμου ήταν πως η τιμή του μπρεντ θα συγκρατηθεί στην περιοχή των 80 δολαρίων το βαρέλι. Βρίσκεται ήδη στα 112. Η εκτίμησή τους ήταν, επίσης, πως ο πόλεμος θα είναι μια σύντομη περιπέτεια, που δεν θα προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στην οικονομία.
«Δεδομένου ότι αγωνίζεται για την επιβίωσή του» – συμβούλευε τους πελάτες της μια μεγάλη ευρωπαϊκή τράπεζα – «το ιρανικό καθεστώς έχει ισχυρό κίνητρο να απαντήσει με συγκρατημένο τρόπο στην επίθεση». Οι εξελίξεις έχουν ήδη διαψεύσει την αισιοδοξία τους. Ολοι αναγνωρίζουν πια ότι ακόμη και αν οι επιχειρήσεις έληγαν αύριο το πρωί, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία θα διαρκέσουν πολύ περισσότερο. Η ασάφεια – δημιουργική ή όχι – για την πορεία ενός πολέμου που έχει ήδη κερδηθεί, αλλά έχει ακόμη στόχους να χτυπήσει (έστω και just for fun), που μπορεί να τελειώσει σύντομα, αλλά και μπορεί και να συνεχιστεί, επιδεινώνει το κλίμα. Η αρχική ανάλαφρη αισιοδοξία δίνει τη θέση της σε μια καταθλιπτική απαισιοδοξία που βαραίνει το οικονομικό κλίμα, απαγορεύει τις προβλέψεις και αναβάλλει κρίσιμες οικονομικές αποφάσεις.
Αυτή η επιβάρυνση του οικονομικού κλίματος δεν θα μπορούσε παρά να έχει την αντανάκλασή της στο κοινωνικό και το πολιτικό κλίμα. Η ανασφάλεια και ο φόβος είναι τα κυρίαρχα αισθήματα. Σε μια πρώτη φάση ο φόβος, παράγει το σύνδρομο της «συσπείρωσης γύρω από τη σημαία». Ενας συνδυασμός πατριωτικών ανακλαστικών, σίγασης ή αυτοσυγκράτησης του αντιπολιτευτικού λόγου, ανάγκης για ασφάλεια και μονοθεματικής δημοσιότητας οδηγεί σε μια ενίσχυση – προσωρινή συνήθως – της υποστήριξης προς την εκάστοτε εθνική ηγεσία σε συνθήκες διεθνούς κρίσης και έκτακτης ανάγκης.
Στην Αμερική την ίδια το σύνδρομο δεν φαίνεται να λειτουργεί. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως αυτός είναι ο λιγότερο δημοφιλής πόλεμος στην αμερικανική ιστορία. Κι ίσως αυτό να είναι μια εξήγηση για την καταιγίδα των καθημερινών προεδρικών δηλώσεων και αναρτήσεων αλλά και για την ασάφειά τους – δημιουργική ή όχι. Στην Ελλάδα, αντίθετα, λειτουργεί. Η κυβέρνηση αντέδρασε γρήγορα, επένδυσε στο πατριωτικό αίσθημα με την αποστολή πλοίων, αεροπλάνων και πυραύλων στην Κύπρο και την Κάρπαθο, δημιούργησε μια προσδοκία επιδοματικών ενισχύσεων και βλέπει τη βελόνα των δημοσκοπήσεων να ξεκολλάει, με ελαφρές αλλά σαφείς ανοδικές τάσεις. Και η ίδια ξέρει, ωστόσο, ότι το κλίμα αυτό είναι εύθραυστο και ότι η διατήρησή του δεν είναι στο χέρι της. Εξαρτάται από τη διάρκεια του πολέμου, την ένταση των επιπτώσεών του, την ικανότητα της Ευρώπης να αντιδράσει στις επιπτώσεις αυτές με ισχυρό και ενιαίο τρόπο και από μια μεγάλη γκάμα γεωπολιτικών ατυχημάτων που περιμένουν να συμβούν. Στον μακρύ χρόνο, η «πολιτική του φόβου» εξαντλεί κάποια στιγμή τη δυναμική της. Κι αν δεν βρει απέναντί της μια «πολιτική της ελπίδας», κακοφορμίζει. Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για πολιτικούς παίκτες.






