Μαζί με την έξοχη λαϊκή ερμηνεύτρια – με δική της ήδη αναγνωρίσιμη ταυτότητα – Ανατολή Μαργιόλα, ιχνηλατούμε μια ολόκληρη νέα δυναμική σκηνή στα λαϊκά και τα ρεμπέτικα που παλεύει με γνώση και πίστη ανάμεσα σε ψηφιακές και άλλες συμπληγάδες.
Είστε από την Καβάλα.
Ναι. Είμαι από την Καβάλα, εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα, αλλά έχω και καταγωγή από τα Γιάννενα.
Ποια είναι τα πρώτα σας ακούσματα; Τα ηπειρώτικα;
Σίγουρα ακούγαμε πολλά κλαρίνα αλλά προσεγμένα πράγματα, αυθεντικά πολύ, επειδή ο μπαμπάς έπαιζε και παίζει ερασιτεχνικά λίγο κλαρίνο. Αλλά και ποντιακά γιατί στο χωριό – Αγιος Ανδρέας Καβάλας – είναι όλοι Πόντιοι. Ακούγαμε όμως πάντα και λαϊκά. Το όνομά μου είναι από τη γιαγιά μου, Πόντια προφανώς.
Σπουδάζετε μετά στο ΤΕΙ Αρτας που έχει βγάλει μια ολόκληρη μουσική γενιά.
Πήγα για σπουδές στα δεκαεννιά μου. Πήρα το πτυχίο πολύ μετά, βέβαια. Η σχολή αυτή έχει βγάλει πάρα πολλά ταλέντα. Καταρχήν εγώ, επειδή ήμουν από το χωριό και είχα και λίγο ψωνιστεί, πήγα και είδα τι γίνεται και πόσα παιδιά είναι τόσο ταλαντούχα, έπαθα σοκ. Λέω κοίτα να δεις τι γίνεται. Και, εντάξει, από καθηγητές είχαμε όλη την αφρόκρεμα.
Κάποια πρόσωπα που σας καθόρισαν και τα θυμάστε πάντα στην πορεία σας από τη διδασκαλία εκεί ποια είναι;
Δεν μπορώ να πω τόσο πολύ ότι με καθόρισαν καθηγητές από εκεί, αλλά νομίζω ότι ένας είναι που με καθόρισε, και είναι ο δάσκαλός μου. Είναι ο Μανώλης Πάππος.
Με τον οποίο πού συναντιέστε;
Πρώτη φορά συναντήθηκα στην Αρτα όπου ήταν καθηγητής και εκεί με άκουσε. Και μετά που τελείωσα από το ΤΕΙ και ανέβηκα στην Καβάλα λέω: «Τώρα τι να κάνω; Αμα μείνω εδώ, θα μείνω για πάντα εδώ». Και τον πήρα τηλέφωνο, του είπα ότι σκέφτομαι να κατέβω στην Αθήνα. Μου λέει «θα ξεκινήσουμε στο Ρεμπέτ Ασκέρ στον Πειραιά». Ετσι πήγα.
Στην πραγματικότητα δηλαδή αυτή είναι με έναν τρόπο η πρώτη σας δουλειά – να το πω έτσι – επαγγελματική;
Οχι, η πρώτη μου δουλειά ήταν στα δεκατέσσερά μου που ξεκίνησα σε πανηγύρια πάνω στο χωριό, στην Καβάλα, τα καλοκαίρια. Και μετά την Τρίτη Λυκείου εκεί ξεκίνησα και σε ένα μαγαζί.
Τα πανηγύρια πώς είναι στην περιοχή εκεί τότε, δηλαδή κάποια από τα πανηγύρια έχουν τα χαρακτηριστικά τους. Τα δικά σας πανηγύρια;
Πάνω έχει πάρα πολλά ποντιακά πανηγύρια αλλά και πολλά με μακεδονίτικα και σμυρναίικα. Αλλά δεν έχουν σχέση με αυτά της Πελοποννήσου, είναι πιο λάιτ. Και λιγότερες ώρες. Ηταν όμως εμπειρία. Με τα παραδοσιακά ξεκίνησα και άρα έπρεπε να λυγίζει ο λαιμός. Ετσι έμαθα να τραγουδάω.
Μετά κάνετε εμφανίσεις στην Αθήνα. Αλλά και συνεργάζεστε με Παναγιώτη Καλαντζόπουλο, Νταλάρα, Βαγγέλη Κορακάκη….
Ηρθε σκαλί σκαλί, νομίζω. Γνώρισα τον Βαγγέλη τυχαία όταν πήγα να τραγουδήσω στη Μαγιοπούλα τότε γιατί αρρώστησε η Ελένη Καπηλίδη. Μετά ο Βαγγέλης μού λέει «έχω τρία τραγούδια για εσένα». Κι έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μας. Το ένα έφερε το άλλο. Μετά με τη Ρεμπούτσικα γνωριστήκαμε μέσω του Καλαντζόπουλου που με είχε ακούσει κάπου. Ο Νταλάρας είχε έρθει εκεί που παίζαμε με τον Μανώλη. Παρεμπιπτόντως θα πάω με τον Νταλάρα περιοδεία στην Ευρώπη σε λίγες μέρες.
Και μέσα σε όλα αυτά έχετε και τον δίσκο σας, τα «Αρρητα» (εκδ. Μετρονόμος).
Τον δεύτερο προσωπικό μου δίσκο.
Ο πρώτος ποιος είναι;
Ο πρώτος είναι με τον Δημήτρη Σίντο: η «Κόκκινη Κλωστή». Πώς προέκυψαν τώρα τα «Αρρητα». Η μουσική είναι του γιατρού Αντώνη Ασκητόπουλου, αλλά έχει μελοποιήσει ποιητές και στιχουργούς όπως για παράδειγμα τον Σαχτούρη ή τον σημερινό Παντελή Μπουκάλα. Είναι ένας ερασιτέχνης μουσικός, δηλαδή δεν είναι μουσικός της πιάτσας. Είναι όμως και ένας άνθρωπος ο οποίος έχει μερικά χρόνια που ασχολείται με αυτά που γράφει, αλλά επειδή τα βιώματά του ήταν από μικρού σε ένα σπίτι με πολλή μουσική τού βγήκε τώρα. Εχει αρκετά κομμάτια και διαλέξαμε αυτά που είναι ουσιαστικά έντεκα λαϊκά τραγούδια. Τώρα, με την ποίηση, ο Αντώνης διαβάζει αρκετά και ό,τι του αρέσει προσπαθεί να το ντύσει με μουσική. Θεωρώ ότι είναι πολύ αξιόλογη η δουλειά αυτή γιατί έχει μια απλότητα που νομίζω κάνει τον ακροατή δικό του χωρίς φιοριτούρες. Την επιμέλεια έχει κάνει ο Μιχάλης Δήμας.
Πάντως, ο δίσκος είναι μια ενότητα πραγμάτων…
Είναι το ζητούμενο για κάθε δημιουργό, αλλά τώρα εδώ το πρωτοφανές είναι πως ο συνθέτης έχει δικό του ύφος. Είναι και λαϊκά τραγούδια που μπορώ να περάσω στα λάιβ μου.
Και σε ταινίες σάς βρίσκουμε, όπως «Ουζερί Τσιτσάνη» ή «Νοτιάς».
Αυτή ήταν φοβερή εμπειρία. Ειδικά το «Ουζερί» γιατί έβλεπα τις σκηνές για να τραγουδήσω, μετά γυρίσανε την κάθε σκηνή και ύστερα πάνω από αυτή ξανατραγούδησα για να είναι πιο σωστό. Και τώρα επίσης ακούγεται και η φωνή μου στη σειρά «Από ήλιο σε ήλιο», σε τραγούδι του Καλαντζόπουλου.
Πάντως έχετε καταφέρει να έχετε δική σας ταυτότητα ερμηνευτική πολύ νωρίς, το οποίο είναι μεγάλο όπλο.
Πάντα αυτό ήταν για μένα το ζητούμενο. Οτι δεν θα ήθελα ποτέ να μοιάσω σε καμία, ήθελα να τα λέω με τον δικό μου τρόπο χωρίς να προσπαθώ να μιμηθώ. Αγαπάω πολλές βέβαια. Τη Νίνου, την Πόλυ Πάνου, την Γκρέυ. Τώρα, από νεότερες, εντάξει, η Ασπασία Στρατηγού για μένα είναι η καλύτερη, μου αρέσει και η Σεμέλη Παπαβασιλείου αλλά και η Μαρία Ρηγοπούλου.
Στον δίσκο συναντάμε και μουσικούς με τους οποίους είστε κάπως η νέα φρουρά, όπως ο Αλέξανδρος Καμπουράκης.
Είναι φίλοι όλοι και μουσικοί εξαιρετικοί.
Πώς είναι το λαϊκό τραγούδι και το ρεμπέτικο σήμερα που ακούγονται σε μικρότερους χώρους; Υπάρχει πιο ψαγμένο κοινό; Το ρεπερτόριο είναι πιο καλό πάντως σίγουρα.
Ναι, πιο μεγάλο ρεπερτόριο γιατί φυσικά τα μάθαμε και μέσα από τα βίντεο και το Ιντερνετ. Δεν υπάρχουν χώροι καθόλου σαν την Κρύπτη, ας πούμε. Είναι όλα μικρά κουτουκάκια και τέτοια που βέβαια εκεί γίνεται πολλή δουλειά. Βλέπεις πολλή νεολαία, είναι φοβερό το πόσος νέος κόσμος πηγαίνει να ακούσει τέτοια πράγματα – ζητάνε δε κυρίως ρεμπέτικα προπολεμικά – και βέβαια υπάρχουν και μουσικοί που το υποστηρίζουν φοβερά όλο αυτό.






