Ο Τζόναθαν Χάκετ είναι βετεράνος ανακριτής για το Σώμα Πεζοναυτών του αμερικανικού στρατού, ειδικός στον ανορθόδοξο πόλεμο και με εικοσαετή πείρα σε μυστικές επιχειρήσεις σε δεκάδες χώρες. Εχει δουλέψει για την Υπηρεσία Πληροφοριών Αμυνας και την Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας των ΗΠΑ. Και μιλώντας στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» για τον ρόλο των Κούρδων στο μεταπολεμικό Ιράν, θέτει τρία βασικά ερωτήματα: ποιοι είναι οι Κούρδοι, τι επιδιώκουν και μέχρι πού είναι διατεθειμένοι να φτάσουν για να το πετύχουν. Οπως επισημαίνει, χωρίς σαφή κατανόηση της ιστορίας, των εσωτερικών διαφορών και των πολιτικών επιδιώξεων των κουρδικών οργανώσεων, οποιαδήποτε δυτική επιλογή συμμάχων μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες συνέπειες.
Η κουρδική πολιτική ταυτότητα, υπενθυμίζει, διαμορφώνεται μέσα από τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις του 20ού αιώνα, όταν η περιοχή του Κουρδιστάν διασπάται μεταξύ τεσσάρων κρατών: του Ιράκ, της Συρίας, της Τουρκίας και του Ιράν. Από τότε αναπτύσσονται δεκάδες οργανώσεις και πολιτικά κινήματα, συχνά με διαφορετικές ιδεολογικές κατευθύνσεις, ιστορικές αντιπαλότητες και ανταγωνισμούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ενιαίο κουρδικό μέτωπο. Αντίθετα, πρόκειται για ένα σύνθετο μωσαϊκό οργανώσεων με διαφορετικές προτεραιότητες και στρατηγικές. Ορισμένες επιδιώκουν πλήρη ανεξαρτησία, άλλες προωθούν την ιδέα μιας ομοσπονδιακής ή αυτόνομης διοίκησης μέσα στα υπάρχοντα κράτη, ενώ άλλες μεταβάλλουν στόχους και στρατηγικές ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες.
Η διαφοροποίηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του Ιράν. Ορισμένες κουρδικές οργανώσεις, εξηγεί ο Χάκετ, βρίσκονται σε σύγκρουση με την Τεχεράνη εδώ και δεκαετίες και έχουν δεχθεί επανειλημμένες επιθέσεις από το ιρανικό καθεστώς. Ωστόσο, οι στόχοι τους δεν είναι ενιαίοι, γεγονός που περιπλέκει τον σχεδιασμό οποιασδήποτε εξωτερικής επιχείρησης στήριξής τους. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η έννοια του ανορθόδοξου πολέμου. Πρόκειται για μια στρατηγική κατά την οποία ένα κράτος συνεργάζεται με μη κρατικούς δρώντες – όπως τοπικές πολιτοφυλακές ή ένοπλες οργανώσεις – προκειμένου να πλήξει ή να αποσταθεροποιήσει έναν αντίπαλο.
Η Αγκυρα, λέει ο Χάκετ στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», αντιμετωπίζει με έντονη επιφυλακτικότητα πολλές κουρδικές οργανώσεις, καθώς φοβάται ότι η ενίσχυσή τους μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες στο δικό της κουρδικό ζήτημα. Για τον λόγο αυτό, μια επιχείρηση που θα βασιζόταν αποκλειστικά σε κουρδικές δυνάμεις θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις από την Τουρκία. Ωστόσο, η συμμετοχή και άλλων ομάδων, όπως οι Αζέροι, θα μπορούσε να καταστήσει μια τέτοια επιχείρηση πιο αποδεκτή για την Αγκυρα, δεδομένων των στενών σχέσεων της Τουρκίας με το Αζερμπαϊτζάν.
Ο Τζόναθαν Χάκετ αναφέρεται επίσης στο ζήτημα της εμπιστοσύνης μεταξύ των Κούρδων και των δυτικών χωρών. Πολλές κουρδικές οργανώσεις, λέει, νιώθουν ότι στο παρελθόν εγκαταλείφθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα στη Συρία. Αυτή η εμπειρία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν κάθε νέα συνεργασία. Αν πιστεύουν ότι η στήριξη θα είναι προσωρινή, θα ζητήσουν πιο άμεσα και χειροπιαστά ανταλλάγματα. Ως πιθανότερη εξέλιξη, ο Χάκετ εκτιμά μια επανάληψη της εμπειρίας του 1946, όταν δημιουργήθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα ένα κουρδικό κράτος στο δυτικό Ιράν, το οποίο τελικά κατέρρευσε υπό την πίεση των περιφερειακών δυνάμεων. Μια εξέγερση ή περιορισμένη αυτονομία μπορεί να εμφανιστεί ξανά, αλλά δύσκολα θα επιβιώσει χωρίς μακροχρόνια διεθνή στήριξη, υποστηρίζει.

