Ο Λίβανος βρίσκεται ξανά στο μάτι του κυκλώνα της μεσανατολικής σύγκρουσης, λίγους μήνες μετά τους βομβαρδισμούς του 2024 και τη δολοφονία τού επί 32 χρόνια ηγέτη της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα.
Δεν θα αποτελέσει έκπληξη αν η ισραηλινή επίθεση εξελιχθεί σε μακροχρόνια κατοχή του νότιου Λιβάνου, και δεν θα είναι η πρώτη φορά. Η πρώτη εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο έγινε το 1978 με σκοπό την απομάκρυνση των παλαιστίνιων φενταγίν από τα σύνορα, από όπου εξαπέλυαν επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ.
Η δεύτερη εισβολή και η πολιορκία της Βηρυτού το 1982 οδήγησε στην αποχώρηση της PLO και του Αραφάτ από τον Λίβανο με ελληνικά πλοία έπειτα από διεθνή μεσολάβηση.
Σιγά σιγά τη σκυτάλη των επιθέσεων εναντίον του Ισραήλ παρέλαβε η σιιτική οργάνωση της Χεζμπολάχ, που ενισχύθηκε πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά από το νέο θρησκευτικό καθεστώς της Τεχεράνης, με το οποίο τη συνδέουν θρησκευτικοί, ιδεολογικοί και πολιτιστικοί δεσμοί.
Η στιγμή του μεγάλου θριάμβου για τη σιτική οργάνωση έφτασε τον Μάιο του 2000, όταν το Ισραήλ, έπειτα από 15 χρόνια, αποσύρθηκε από τα κατεχόμενα εδάφη στον νότιο Λίβανο αφού είχε μεγάλες απώλειες από τις επιθέσεις των σιιτών μαχητών.
Η αποχώρηση του Ισραήλ γιορτάστηκε στις αραβικές και μουσουλμανικές χώρες ως μεγάλη νίκη και το γόητρο της Χεζμπολάχ ανέβηκε κατακόρυφα.
Η Χεζμπολάχ, το «κόμμα του Θεού», όπως κυριολεκτικά σημαίνει στα αραβικά, διαθέτει βαθιές ρίζες στη σιιτική μειονότητα του Λιβάνου. Εκπροσωπείται στο κοινοβούλιο και έχει αναπτύξει ένα εντυπωσιακό δίκτυο παροχής κοινωνικών υπηρεσιών στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας.
Το οπλοστάσιό της αυξήθηκε εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια. Το 2001, όταν βρισκόμουν σε διπλωματική αποστολή στον Λίβανο, η Χεζμπολάχ διέθετε περίπου 2.000 ρουκέτες και πυραύλους, κάτι που ήδη αποτελούσε σημαντική απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ. Πριν από την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς το 2023 το οπλοστάσιο της Χεζμπολάχ υπολογιζόταν σε πάνω από 100 χιλιάδες ρουκέτες και πυραύλους.
Σήμερα η στρατιωτική ισχύς της σιιτικής οργάνωσης έχει δραματικά μειωθεί εξαιτίας των ισραηλινών πληγμάτων αλλά και λόγω της ανατροπής του καθεστώτος Ασαντ στη Συρία, που ήταν στενός σύμμαχος της Χεζμπολάχ και του Ιράν.
Το καθεστώς Ασάντ εξασφάλιζε τον ανεφοδιασμό του οπλοστασίου της Χεζμπολάχ από την Τεχεράνη. Παρ’ όλα αυτά η Χεζμπολάχ παραμένει ένας πολιτικός και στρατιωτικός παίκτης ικανός να επιβάλει τη δική του ατζέντα σέρνοντας ακόμα μια φορά τον Λίβανο σε μια καταστροφική πολεμική σύρραξη.
Συντονίζεται και ευθυγραμμίζεται με την πολιτική της Τεχεράνης αδιαφορώντας για τις συνέπειες για τον ίδιο τον Λίβανο.
Γιατί η κυβέρνηση και οι πολίτες του Λιβάνου δεν αποτρέπουν τις δυνάμεις της Χεζμπολάχ από τις επιθέσεις τους εναντίον του Ισραήλ που προκαλούν μαζικά αντίποινα και μεγάλες καταστροφές σε μια χώρα που έχει ήδη υποστεί τα πάνδεινα τα τελευταία χρόνια;
Η απάντηση είναι διττή: Ο Λίβανος βρίσκεται σε λάθος γειτονιά. Παράλληλα ο κατακερματισμός της πολιτικής εξουσίας ανάμεσα στις 18 θρησκευτικές κοινότητες δεν επιτρέπει την ύπαρξη ενός ισχυρού κράτους και ενός ενιαίου διεθνοπολιτικού προσανατολισμού.
Σήμερα ο πολύπαθος Λίβανος πληρώνει ακόμα μια φορά ένα βαρύ τίμημα για μια αντιπαράθεση που δεν είναι δικιά του. Ενας από τους σπουδαιότερους διανοούμενους του αραβικού κόσμου, ο λιβανέζος ελληνοορθόδοξος Γασάν Τουένι (1926-2012), πολιτικός, διπλωμάτης, δημοσιογράφος, συγγραφέας και εκδότης, είχε πει ότι «η εξωτερική πολιτική του Λιβάνου είναι να μην έχει εξωτερική πολιτική». Με ένα τεράστιο κόστος για τον λαό του.






