Είναι από τα ελάχιστα είδη μουσικής που κατάφερε να ενσωματώσει τόσες διαφορετικές παραδόσεις και στυλ και να φωτίσει μέσα από τους αξεπέραστους σολίστες που ανέδειξε μία από τις πιο ουσιαστικές πλευρές της τέχνης: τη συνομιλία και τη συνάντηση. Μέσα σ’ αυτό το ευγενές πλαίσιο κινείται η παράσταση που ετοίμασε ο Ανδρέας Πολυζωγόπουλος προσκαλώντας στη σκηνή του Half Note Jazz Club τον ολλανδό πιανίστα και συνθέτη Diederik Wissels και την πορτογαλίδα ερμηνεύτρια Ana Rocha για να παρουσιάσουν υλικό από τα άλμπουμ τους «Secrecy», «Yearn» και «Before You Go» για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Λίγο πριν από την παράστασή τους ο σπουδαίος τρομπετίστας που διαγράφει σημαντική πορεία εντός και εκτός μιλάει για την ξεχωριστή αυτή μουσική σύμπραξη, εξηγεί πώς γεννήθηκε αυτή η συνεργασία και τι ήταν αυτό που τους έφερε κοντά μουσικά: «Θυμάμαι πολύ καθαρά την πρώτη φορά που με άκουσε ο Diederik Wissels. Ηξερα ότι βρίσκεται στην αίθουσα, κάτι που με έκανε να αισθάνομαι λίγο πιο αγχωμένος από το συνηθισμένο. Μετά τη συναυλία ήρθε να μου μιλήσει, μου είπε ότι του άρεσε πολύ ο ήχος και η αισθητική μου και με προσκάλεσε να συμμετέχω ως guest στην επόμενη συναυλία του. Αγάπησα κατευθείαν τις συνθέσεις του, οι οποίες παραμένουν ακόμα και σήμερα το soundtrack των Βρυξελλών για μένα. Εχουμε πολλά κοινά σημεία αναφοράς: τους ίδιους μουσικούς, τα ίδια άλμπουμ, την ίδια αγάπη για τον λυρικό και μελωδικό ήχο της τζαζ. Μέσα από αυτή τη φυσική μουσική συγγένεια γεννήθηκε σιγά σιγά η ιδέα να παίξουμε μαζί, παρέα με την Ana Rocha, μια εξαιρετική τραγουδίστρια με πολύ ιδιαίτερη ευαισθησία στον τρόπο που προσεγγίζει τη μελωδία και τον λόγο. Η παρουσία της έδωσε μία ακόμη διάσταση στη μουσική του Diederik. Η φωνή της λειτουργεί σχεδόν σαν ένα ακόμη όργανο μέσα στο σύνολο, προσθέτοντας μια ανθρώπινη, ποιητική χροιά σε αυτόν τον ήδη λυρικό ηχητικό κόσμο που μοιραζόμαστε».

Τα άλμπουμ «Secrecy», «Yearn» και «Before You Go» παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Τι είναι αυτό που τα συνδέει αισθητικά;

Οχημα και κοινός παρονομαστής είναι οι συνθέσεις του Diederik Wissels. Γράφει μουσική ακατάπαυστα – πραγματικά δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Εχει μια σπάνια ικανότητα να δημιουργεί συνθέσεις που κρύβουν μεγάλη συναισθηματική ένταση και βάθος. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί την αρμονία είναι μοναδικός και, μελετώντας τις συνθέσεις του, άνοιξε και για μένα ένα νέο κεφάλαιο στο πώς γράφω μουσική. Τα τρία αυτά άλμπουμ συνδέονται αισθητικά μέσα από έναν λυρικό, σχεδόν κινηματογραφικό τρόπο γραφής. Υπάρχει βέβαια πάντα χώρος για πειραματισμό, αναπνοή και διάλογο ανάμεσα στα όργανα. Στη συναυλία στο Half Note το κοινό θα ακούσει επιλογές από αυτές τις δουλειές, αλλά κυρίως θα βιώσει το πώς αυτή η μουσική μεταμορφώνεται στη σκηνή. Κάθε φορά που παίζουμε μαζί, οι ίδιες συνθέσεις ανοίγουν και οδηγούν σε νέες, απρόβλεπτες κατευθύνσεις.

Η μουσική σας ξεκινά από την τζαζ, αλλά δεν φαίνεται να περιορίζεται σε στυλιστικά όρια. Πόσο σημαντική είναι για εσάς αυτή η ελευθερία;

Είναι πολύ σημαντική. Αισθάνομαι πραγματικά τυχερός που μπορώ να συμμετέχω σε τόσο διαφορετικά μουσικά σχήματα και περιβάλλοντα χωρίς να χρειάζεται να αλλάξω ουσιαστικά τον τρόπο που παίζω. Για μένα η τζαζ δεν ήταν ποτέ ένα αυστηρό στυλ με συγκεκριμένα όρια. Περισσότερο την αντιλαμβάνομαι ως έναν τρόπο σκέψης και έναν τρόπο επικοινωνίας μέσα από τη μουσική. Αυτή η αίσθηση ελευθερίας είναι που κρατά τη δημιουργικότητα ζωντανή και μου επιτρέπει να εξερευνώ συνεχώς νέους ήχους και νέες συνεργασίες.

Τι είναι αυτό που σας συγκινεί περισσότερο όταν τρεις τόσο διαφορετικές καλλιτεχνικές φωνές συναντιούνται στη σκηνή;

Δεν είμαι σίγουρος ότι τελικά είμαστε τόσο διαφορετικοί όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Και οι τρεις έχουμε μια μεγάλη αγάπη για τη μελωδία και έχουμε αφιερώσει πολύ χρόνο στο να αναζητήσουμε τον προσωπικό μας ήχο. Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι η στιγμή που αρχίζουμε να ακούμε πραγματικά ο ένας τον άλλον. Τότε η μουσική γίνεται μια ζωντανή συνομιλία. Κάθε συναυλία είναι διαφορετική, γιατί η διάθεση της στιγμής, ο χώρος και το κοινό επηρεάζουν πάντα τον τρόπο που παίζουμε. Αυτή η αίσθηση κοινής αναπνοής πάνω στη σκηνή είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο.

Ο Diederik Wissels έχει μια μακρά πορεία δίπλα σε σπουδαίες μορφές της τζαζ. Πώς βιώνετε εσείς τη συνύπαρξη με έναν μουσικό που κουβαλά αυτή την εμπειρία;

Έχει συνεργαστεί με μουσικούς που υπήρξαν για μένα πραγματικοί ήρωες, όπως ο Chet Baker, ο Paolo Fresu και ο Erik Truffaz, και στην αρχή ένιωθα λίγο αγχωμένος. Πολύ γρήγορα όμως αυτό το άγχος εξαφανίστηκε. Ο Diederik έχει έναν πολύ γενναιόδωρο τρόπο να αντιμετωπίζει τους μουσικούς γύρω του. Από την πρώτη στιγμή με έκανε να καταλάβω ότι δεν έχει σημασία με ποιους έχει παίξει στο παρελθόν, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι η στιγμή που μοιραζόμαστε τώρα στη σκηνή. Όταν παίζεις με κάποιον που θαυμάζεις και ο ίδιος έχει παίξει με μουσικούς που θαυμάζεις και σε έχουν επηρεάσει, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να παίξεις με τον δικό σου ήχο και τη δική σου φωνή. Και αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα.

Η τρομπέτα σας συχνά χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη λυρικότητα και διαφάνεια στον ήχο. Πώς διαμορφώθηκε αυτή η αισθητική στη δική σας πορεία;

Ξεκίνησα να παίζω τρομπέτα σε σχετικά μεγάλη ηλικία, αλλά από την αρχή ήξερα προς ποια κατεύθυνση ήθελα να κινηθώ. Ίσως ακόμη πιο σημαντικό ήταν ότι ήξερα ποια ηχοχρώματα της τρομπέτας και ποια μουσικά στυλ δεν με εξέφραζαν. Αφετηρία για μένα ήταν φυσικά ο Miles Davis και ο Chet Baker. Στη συνέχεια μελέτησα σε βάθος τον Paolo Fresu και τρομπετίστες όπως ο Erik Truffaz, ο Mathias Eick και ο Arve Henriksen. Όλοι αυτοί με επηρέασαν με διαφορετικούς τρόπους. Προσπάθησα να πάρω στοιχεία από τον καθένα και να τα φιλτράρω μέσα από τα δικά μου βιώματα. Όπως έλεγε συχνά και ο Miles Davis, το ζητούμενο είναι τελικά να ακούγεσαι σαν τον εαυτό σου. Τα βιώματα του καθενός μας είναι μοναδικά και, αν αφουγκραστούμε βαθιά την ψυχή μας, αυτό βγαίνει φυσικά και στον ήχο της τρομπέτας. Προσωπικά, θα ήθελα ο ήχος μου να θυμίζει κάτι σαν τον αέρα και το κύμα δίπλα στη θάλασσα. Βέβαια, αν με ακούσει κάποιος σε διαφορετικά projects, δεν είναι λίγες οι φορές που παίζω με αρκετή ένταση και ταχύτητα, ενώ στο παρελθόν έχω παίξει αρκετά free jazz.

Πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τέτοιου είδους εσωστρεφή και ποιητική τζαζ;

Έχω την αίσθηση πως το ελληνικό κοινό έχει αγκαλιάσει πολύ περισσότερο την τζαζ τα τελευταία χρόνια και δείχνει μεγάλη περιέργεια να ανακαλύπτει καινούργιες μουσικές. Αυτό είναι κάτι πολύ ενθαρρυντικό για όλους τους μουσικούς. Ταυτόχρονα πιστεύω ότι, ως λαός, έχουμε μια βαθιά σχέση με την ποίηση, τη μελαγχολία και τη μελωδία. Ίσως γι’ αυτό η πιο λυρική πλευρά της τζαζ μπορεί να βρει εδώ ένα πολύ δεκτικό κοινό, όπως έχει βρει στην Ιταλία, για παράδειγμα.

Μετά από τόσα χρόνια στη σκηνή και σε διεθνείς συνεργασίες, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας εκπλήσσει στη μουσική;

Αυτό που εξακολουθεί να με εκπλήσσει είναι το πόσο ζωντανή και απρόβλεπτη μπορεί να είναι η μουσική. Μπορεί να παίζεις το ίδιο κομμάτι δεκάδες ή εκατοντάδες φορές και ξαφνικά, σε μια συγκεκριμένη συναυλία, να συμβεί κάτι τελείως διαφορετικό. Μια μικρή αλλαγή στον τρόπο που θα παίξει κάποιος μια φράση, μια απρόσμενη σιωπή, μια διαφορετική ενέργεια από το κοινό — όλα αυτά μπορούν να αλλάξουν εντελώς τη ροή της μουσικής. Αυτές οι στιγμές είναι σχεδόν μαγικές, γιατί δεν μπορείς να τις προγραμματίσεις. Συμβαίνουν μόνο όταν υπάρχει πραγματική ακρόαση και εμπιστοσύνη μεταξύ των μουσικών. Και ίσως αυτό είναι που με κρατά ακόμη τόσο περίεργο και ενθουσιασμένο κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Football Talk