Τα φώτα της σκηνής χαμήλωσαν και το χειροκρότημα σίγησε οριστικά για έναν από τους πρωτοπόρους της ελληνικής ψυχαγωγίας. Ο Γιώργος Μαρίνος, ο άνθρωπος που για δεκαετίες μετέτρεπε κάθε παράσταση σε μια γιορτή γεμάτη τραγούδι, σάτιρα και αστείρευτη ενέργεια, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε τα τελευταία χρόνια.

Οπως επισήμανε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη σε δήλωσή της, «ο χαρισματικός Γιώργος Μαρίνος μας χάρισε αφειδώλευτα το ταλέντο του, όντας ο ίδιος ο πρώτος – και διαχρονικά το πρότυπο – έλληνας διασκεδαστής, ο πρώτος εγχώριος σόουμαν, που συνδύαζε μοναδικά την υποκριτική, τη μίμηση, τη μουσική και το τραγούδι. […] Εισηγήθηκε και επέβαλε με την πολύχρονη παρουσία του στις μπουάτ ένα νέο τοπίο στη διασκέδαση, το οποίο επαναπροσδιόρισε καθοριστικά και πάντοτε χωρίς την παραμικρή έκπτωση και εκζήτηση».

Κρυφά στο Εθνικό

Γεννημένος στον Βοτανικό στις 18 Ιουνίου 1939, μετά το διαζύγιο των γονιών του όταν ήταν μόλις ενός έτους, μεγάλωσε με τη μητέρα του Βασιλική. Ο πατέρας του Αλέξανδρος ήταν πολιτικός εξόριστος στη Μακρόνησο, από την οποία επέστρεψε όταν ήταν ο γιος του 12 ετών. Αν και οι γονείς του ήθελαν να τον δουν να ακολουθεί τα επαγγελματικά βήματα του πατέρα στην αρχιτεκτονική ή τη μηχανική, εκείνος φρόντισε να ανοίξει τους δικούς του δρόμους.

Πριν καλά καλά τελειώσει το σχολείο, έδωσε κρυφά εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου όπου πέρασε, βάζοντας τις βάσεις μιας καριέρας στον χώρο του θεάματος που θα ξεκινούσε σύντομα. Το 1962, ενώ ήταν ακόμα δευτεροετής σπουδαστής, συμμετείχε στην ιστορική παράσταση «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι. Παίζοντας δίπλα σε ιστορικές μορφές του θεάτρου, όπως ο Δημήτρης Χορν, η Ρένα Βλαχοπούλου και η Μάρω Κοντού, πήρε το βάφτισμα του πυρός στη σκηνή, την οποία τις επόμενες δεκαετίες δεν εγκατέλειψε ποτέ. Από εκεί και πέρα άρχισε να χτίζει τη φήμη ενός καλλιτέχνη που δεν χωρούσε σε συμβατικά καλούπια.

Απρόβλεπτες παραστάσεις

Ως πρώτος αυθεντικός σόουμαν, αναδείχθηκε μέσα από τις μπουάτ, στους μικρούς αυτούς χώρους όπου με το κοινό σχεδόν δίπλα του στη σκηνή ανέπτυξε το δικό του καλλιτεχνικό ύφος. Η μεγάλη του στιγμή ήρθε στη συνεργασία του με τη θρυλική Μέδουσα στην Πλάκα, όπου παρέμεινε για δύο δεκαετίες, από το 1973 έως το 1992. Εκεί δημιούργησε τα περίφημα σόου του, τα οποία έμειναν στην ιστορία για τον συνδυασμό μουσικής, χορού, μίμησης, σατιρικών σχολίων και θεατρικής υπερβολής κι έγινε ένα καλλιτεχνικό φαινόμενο.

Οι παραστάσεις του ήταν συχνά απρόβλεπτες αλλά πάντα γεμάτες ενέργεια, αφού συνομιλούσε διαρκώς με το κοινό, αυτοσχεδίαζε και σχολίαζε την επικαιρότητα με τρόπο αιχμηρό και βαθιά χιουμοριστικό. Με τη χαρακτηριστική φωνή, τις έξυπνες ατάκες και την έντονη σκηνική του παρουσία, έφτιαξε ένα ξεχωριστό είδος θεάματος με μια αίσθηση ελευθερίας που σπάνια συναντούσε κανείς στις ελληνικές σκηνές της εποχής.

Οι βραδιές του συγκέντρωναν πλήθος κόσμου, ενώ η προσωπικότητά του, εκρηκτική, σαρκαστική και ταυτόχρονα βαθιά καλλιτεχνική, τον κατέστησε μοναδικό. Σε αυτό ρόλο έπαιξε και η ανοιχτή στάση του απέναντι στην ομοφυλοφιλία, για την οποία μίλησε δημόσια αρκετά νωρίς, όπως είχε κάνει και με τους γονείς του όταν ήταν μόλις 16 ετών. Η τόλμη του αυτή έδωσε έμπνευση στον Κώστα Τουρνά, συνεργάτη του, να γράψει το τραγούδι «Ο Αχιλλέας απ’ το Κάιρο» για εκείνον.

Δισκογραφία και τηλεόραση

Για δεκαετίες, ο Γιώργος Μαρίνος έγινε σημείο αναφοράς της αθηναϊκής νύχτας. Στη Μέδουσα συνεργάστηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες όπως ο Σταμάτης Κραουνάκης, η Λίνα Νικολακοπούλου, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος και η Νινή Ζαχά. Τη δεκαετία του 1970 θα κυκλοφορήσει τραγούδια όπως το «Κάνε μου λιγάκι μμμ», που έμελλε να γίνει η πιο μεγάλη επιτυχία του, το «Ηπια τα χείλη σου και χάνομαι» του Ακη Πάνου και το «Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα». Την επόμενη δεκαετία κυκλοφόρησε τον δίσκο «15 χρόνια παράσταση» με ζωντανές ηχογραφήσεις από τη μουσική σκηνή, ενώ στις αρχές του 1990 ήρθε το «Αυτός ο Γιώργος».

Εκτός από τα σόου, δοκιμάστηκε επίσης στον κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε σε ταινίες όπως ο «Τρίτος δρόμος» του Ιωνα Νταϊφά με τη Μάρω Κοντού και το «Ο-κέυ φίλε» του Μάριου Ρετσίλα σε μουσική Νίκου Ιγνατιάδη. Ισχυρό αποτύπωμα άφησε επίσης στην τηλεόραση, όπου ήταν το κεντρικό πρόσωπο πολλών σόου. Το πιο χαρακτηριστικό ήταν το «Ciao ΑΝΤ1» που ήρθε τη δεκαετία του 1990 για να συνδυάσει συνεντεύξεις, σάτιρα και θεατρικά στοιχεία, επιβεβαιώνοντας το ταλέντο του ως σόουμαν και μπροστά στις κάμερες. Με τον ιδιαίτερο τρόπο του σχολίαζε πρόσωπα και γεγονότα της επικαιρότητας, δίνοντας στην εκπομπή ένα ύφος διαφορετικό από τα συνηθισμένα τότε τηλεοπτικά πρότυπα.

Αν και κάτω από τους προβολείς είχε χτίσει μια εκρηκτική σκηνική περσόνα, μακριά από αυτούς περιγράφεται ως ένας μοναχικός άνθρωπος. Διατηρούσε, όμως, στενή φιλία με σημαντικές προσωπικότητες των τεχνών όπως οι Μάνος Χατζιδάκις και Νίκος Γκάτσος. Σημαντικός σταθμός της προσωπικής ζωής του αποτέλεσε η Κατιάνα Μπαλανίκα, με την οποία είχαν συνεργαστεί στη Μέδουσα και υπήρξαν ζευγάρι. Τα τελευταία χρόνια είχε απομακρυνθεί από τη δημοσιότητα λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Σάκης Τανιμανίδης: Τελικά τι σημαίνει να πετυχαίνεις? | AnesTea The Podcast