Ζήσατε την εποχή 1971-1981 και έχει ενδιαφέρον να μας πείτε αν ήταν εποχή ακμής (παρότι με αλλαγές) του πολιτικού τραγουδιού.

Βέβαια. Πιστεύω ότι εμείς – να μη βάλω τον εαυτό μου – ο Πάνος και εγώ και όλοι που συνεργαστήκαμε ήταν μια σαν πρωτοπορία. Δεν θέλω όμως να φανεί με έπαρση. Γιατί ο Πάνος ήθελε να δώσει βασικά το αντάρτικο τραγούδι αλλά και έγραφε πολύ ωραία δικά του τραγούδια.

Τα αντάρτικα σκέφτηκε να τα δώσει στους νεολαίους που δεν τα ήξεραν ως τότε. Κι εγώ δεν τα ήξερα τα περισσότερα. Θυμάμαι τον μπαμπά μου που μας πήγαινε βόλτα με τη Χριστίνα, την αδερφή μου, και τραγουδάγαμε το «Γιουπιγιάγια». Δεν ήξερα βαθύτερα το αντάρτικο τραγούδι. Εγώ το έμαθα από τον Πάνο, παρότι έγραψε και δικά του.

Πάμε στην εποχή που καταγράφετε υπέροχα στο βιβλίο σας («Πάνος Τζαβέλλας από ατσάλι και βελούδο» εκδ. Παπαζήση). Είναι μια εποχή που ο κόσμος έχει αγωνία και αναζήτηση;

Ε, μα για να κάνουμε δύο παραστάσεις και να έρχονται μες στη βροχή και μες στο χιόνι… Με τον Πάνο βγήκε ένας άνθρωπος που δεν τον περιμένανε. Ενώ υπήρχαν, ας πούμε, πολιτικοποιημένοι άνθρωποι με τραγούδια πολιτικά και λοιπά, ο Πάνος ήταν σαν να ξεφύτρωσε πάνω από αυτούς. Και συνδύαζε ταυτόχρονα και μια τρυφερότητα. Δηλαδή είχε αυτό το αγωνιστικό ή το κοινωνικό τραγούδι της διαμαρτυρίας αλλά την ίδια στιγμή είχε από κάτω και μια τρομερή τρυφερότητα. Βασικά ο Πάνος δεν ήταν τραγουδιστής. Ερμήνευε. Αν ακούσεις «Το αίμα κλαίει» ή το «Φεγγαράκι» του Αγγουλέ σπαράζεις. Ενας άνθρωπος που έχει μπει φυλακή, μόνο αυτός θα το πει έτσι.

Επίσης έλεγε περισσότερο τα αντάρτικα και λιγότερο τα δικά του και γι’ αυτό μαλώναμε. Και πολλοί μου το λένε τώρα, έχουμε 15 χρόνια που κάνουμε αφιερώματα από τότε που έφυγε, «καλά, αυτό το τραγούδι που ακούμε ο Τζαβέλλας το έχει γράψει;». Γιατί ο Πάνος έγραψε πολλά είδη τραγουδιών: Τρυφερά, λαϊκά με την Γκρέυ αλλά και φόρο τιμής-κομμάτια για τον Αλιέντε, τον Νέλσον Μαντέλα, τον Καρβάλιο. Και δεν έγραφε στιχάκια αλλά ποίηση.

Θυμηθείτε την πρώτη σας γνωριμία το 1971 σε ένα πλυσταριό στην Κυψέλη…

Θυμάμαι έναν άνθρωπο σε ένα κρεβάτι να κάθεται με την κιθάρα του. Πήγαμε με τον Κώστα Μανταίο. Είχα εγώ το ψώνιο να τραγουδάω. Μου λέει: «Ελα να γνωρίσεις έναν που γράφει». Είχα περάσει στην ΑΣΟΕΕ. Είμαι στη γενιά του Πολυτεχνείου και ο Πάνος της γενιάς της Αντίστασης (γεννήθηκε το 1925). Συναντηθήκαν και δύο γενιές. Μπαίνω διστακτικά και ντροπαλή. Δεν θα μου φύγει αυτή η εικόνα ποτέ. Ενας άνθρωπος να κάθεται στο κρεβάτι, είχε βγάλει το πρόσθετο πόδι του, ξυρισμένος, αδυνατισμένος, μόλις είχε βγει απ’ τη φυλακή λίγες μέρες. Ηταν στο ΠΑΜ μαζί με τον Μίκη. Είχε μια θλίψη στα μάτια ενώ γελούσε.

Πάντα ο Πάνος είχε έναν πόνο. Ηταν ο πόνος της ήττας, αν και δεν την παραδέχτηκε ποτέ σαν τον Αναγνωστάκη. Κουβαλούσε όλο το δράμα. Ενας άνθρωπος που γεννήθηκε το 1925,  Επονίτης έγινε 18 χρονών, μετά τον πήρανε φαντάρο και αυτομόλησε, πήγε λίγο στον ΕΛΑΣ αλλά ήταν μικρός και τον διώξανε και μετά εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό και εκεί τραυματίστηκε.

Στην πραγματικότητα συνδέεστε περίπου από εκείνη την εποχή και η πρώτη σας συνεργασία είναι στην Πλάκα. Εμείς ξέρουμε το Λημέρι του Τζαβέλλα παρότι τα μαγαζιά ήταν διαφορετικά.

Ενα πρώτο μικρό που δεν μπορώ να το θυμηθώ ήταν ψηλά στη Μνησικλέους, ένας χώρος πολύ θαμπά τον θυμάμαι που λίγο τραγουδήσαμε, αυτό ήτανε μια μικρή μπουάτ. Αλλά το πρώτο που θυμάμαι μετά από αυτό είναι η Πέμπτη Εποχή που μόλις είχε φύγει ο Γκαϊφύλλιας και πήγαμε εμείς. Ο Πάνος, εγώ, ο Ασιμος και άλλοι.

Πόσα χρόνια είστε στην Πλάκα μαζί με τον Πάνο;

Κοντά μια δεκαετία, από το 1973 μέχρι το 1980-81 γιατί ύστερα πήγαμε στο Athens by Night που ήταν κάτω το καμπαρέ και από πάνω εμείς που τραγουδάγαμε. Στην Πλάκα ήταν αυτό πάλι και όλοι λέγανε θα πάμε στο Λημέρι του Πάνου. Συνομιλούσε με το κοινό, ήτανε και παιδιά από όλες τις παρατάξεις. Κι ένα βράδυ, όπως γράφω στο βιβλίο μου, ένας ασφαλίτης που μας παρακολουθούσε απ’ έξω, του άρεσε το τραγούδι του Αγγουλέ επειδή ήταν Χιώτης, και τον βάλαμε μέσα και είδε όλη την παράσταση. Ερχόντουσαν από όλες τις παρατάξεις και κάθε ένας είχε τα δικά του συνθήματα.

Με τη διάσπαση το 1968 ο Πάνος πέρασε στο Εσωτερικό. Εγώ ήμουνα στον Ρήγα Φεραίο αλλά ερχόντουσαν όλοι και σεβόντουσαν τον Τζαβέλλα, Με το ΠΑΣΟΚ γυρνάγαμε όλη την Ελλάδα με συναυλίες, πηγαίναμε και στα Φεστιβάλ. Ο Πάνος τους έλεγε: Μη φανατίζεστε. Ο φανατισμός είναι τυφλός.

Και τότε έρχεται η πρόταση από τον Ανδρέα Παπανδρέου στον Πάνο…

Πήγαμε στο Καστρί με τον Πάνο. Μας κάλεσε ο Ανδρέας και ήταν ευγενέστατος. Πριν από το 1981, αλλά ο Πάνος ήταν ήδη στα πάνω του, είχε γίνει όνομα. Και προφανώς σκέφτεται ο Ανδρέας, σίγουρα θα βγει ο Τζαβέλλας βουλευτής στην Κοζάνη. Και του λέει ο Πάνος «κύριε Πρόεδρε, σας ευχαριστώ, με τιμάει η πρόταση, εγώ δεν είμαι πολιτικός, εκτός που είμαι και σε ένα άλλο χώρο. Είμαι ένας απλός αγωνιστής, ένας τραγουδοποιός».

Ο Πάνος εγγράφεται τυπολογικά στο Νέο Κύμα;

Οχι, δεν ήταν στο Νέο Κύμα, ήταν φυλακή. Ο Πάνος είχε την κιθάρα του και έγραφε τα τραγούδια του.

Πάμε στο εξής θέμα που έχει πολύ ενδιαφέρον. Ο «κυρ Παντελής», πέρα από το ότι είναι για μένα το κορυφαίο τραγούδι που έχει γράψει ο Τζαβέλλας, έφτιαξε μια τυπολογία. Ολοι λένε «κυρ Παντελήδες» για να περιγράψουν τον νοικοκυραίο.

Αυτό το είχε γράψει μέσα στη φυλακή στη Χούντα. Και παίρνει μια δημοφιλία μες στα χρόνια. Το ηχογραφήσαμε στον πρώτο μας δίσκο το 1975. Δυστυχώς υπάρχουν ακόμα κυρ Παντελήδες. Εγώ στεναχωριέμαι που είναι επίκαιρο το τραγούδι. Εγώ ορίζω πως είναι αυτοί οι οποίοι κοιτάνε μόνο το τομάρι τους, τη δουλίτσα τους, δεν κοιτάνε τον διπλανό τους. Δεν τον αισθάνονται.

Εχετε αγωνία για το σήμερα;

Φοβάμαι ότι ξαναγυρνάμε πίσω. Θυμάμαι μικρό παιδάκι που λέγανε οι γονείς μου «να λυθεί το Μεσανατολικό». Και ξαναφούντωσε. Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Για να κερδίζουν για τα πετρέλαιά τους να σκοτώνουν παιδάκια.

Πείτε μας και για τη γνωριμία του Τζαβέλλα με τον Σοστακόβιτς στην ΕΣΣΔ.

Ηταν στο νοσοκομείο στη Σοβιετική Ενωση το 1961-64 και μια μέρα του λένε θα έρθει να σας δει ένας συνάδελφός σας. Και ήταν ο Σοστακόβιτς που του έγραψε μετά κιόλας και δύο επιστολές.

Τι κρατάτε πιο έντονα από τον Πάνο;

Οτι ήταν ένας άνθρωπος με γνώμη, δηλαδή διάβαζε πάρα πολύ, και ειδικά του άρεσαν οι φιλόσοφοι, ήξερε πολύ καλά τα ελληνικά. Και είχε μια τρυφερότητα.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.