Το βιβλίο της Νάντιας Βαλαβάνη έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά σειρά μαρτυριών που έχουν εκδοθεί για το φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα, μια σειρά που ξεκίνησε από την επόμενη ημέρα της πτώσης του καθεστώτος και συνεχίζεται ως σήμερα αποδίδοντας πλούσιους καρπούς· οι μαρτυρίες για το φοιτητικό κίνημα συγκροτούν ένα σώμα που υπερτερεί αισθητά, συγκριτικά με τις άλλες πηγές που διαθέτουμε τόσο για το αντιδικτατορικό κίνημα, όσο και γενικότερα για την περίοδο της δικτατορίας. Μια παραγωγή που εμπλουτίζεται ακόμη και σήμερα, όπως αποτυπώνεται και στις τελευταίες εκδόσεις συνδεδεμένες με την επέτειο των 50 χρόνων από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η οποία όπως σημειώνει η Βαλαβάνη αποτέλεσε έναυσμα  και για την έκδοση της μαρτυρίας της.

Τι είναι το καινούργιο που φέρνει το βιβλίο; Καταρχάς είναι μια από τις ελάχιστες αυτοτελείς μαρτυρίες γυναικών που διαθέτουμε για το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα. Κατά δεύτερο λόγο επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο γεγονός,  το «χτύπημα του Φλεβάρη του 1974», όταν η Γενική Ασφάλεια Αθηνών συνέλαβε εκατοντάδες νέους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, επιχειρώντας να εξαρθρώσει τους παράνομους μηχανισμούς του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας, της  ΚΝΕ και της ΑντιΕΦΕΕ. Υστερα από μήνες απομόνωσης και βασανιστηρίων 41 από τους συλληφθέντες παραπέμφθηκαν στο Εκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών και προφυλακίστηκαν στον Κορυδαλλό, ως την πτώση της χούντας. Το βιβλίο αποτελεί μια μοναδική αναλυτική μαρτυρία των γεγονότων της σύλληψης αλλά και της κράτησής τους όλο αυτό το διάστημα, μια αποτύπωση της βίας και των καταναγκασμών που υπέστη η συγγραφέας και οι σύντροφοί της.

Γραμμένο 50 χρόνια μετά, το βιβλίο κουβαλάει την επίγνωση αυτών που ακολούθησαν: την ατιμωρησία των περισσότερων από τους βασανιστές, την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, τις μείζονες αλλαγές στη ζωή των ηρώων του και της ίδιας της Βαλαβάνη. Αν η απόσταση σβήνει ενδεχομένως κάποιες από τις αναμνήσεις, παράλληλα επιτρέπει στη συγγραφέα να υιοθετήσει ένα στυλ αφήγησης διόλου ηρωικό, αντίθετα αναστοχαστικό και συχνά με πολύ χιούμορ. Η απόσταση, επίσης, της επιτρέπει να μιλήσει αναλυτικά για τα βασανιστήρια, τις επιπτώσεις στο σώμα της, τον εγκλεισμό, την απομόνωση. Διανθίζει την ιστορία της με άλλες ιστορίες, όπως εκείνη του Θόδωρου Βενάρδου, του ληστή με τις γλαδιόλες, και της αδελφής του, με τους οποίους ήταν συγκρατούμενοι, θέμα που νομίζω δύσκολα θα έβρισκε τη θέση του στις σελίδες ενός τέτοιου βιβλίου 30-40 χρόνια πριν.

Μνήμη και αρχειακά τεκμήρια

Στη μαρτυρία της, η Βαλαβάνη διασταυρώνει τη μνήμη της και την αφήγησή της με μια σειρά από αρχειακά τεκμήρια γύρω από την υπόθεση της σύλληψής της, όπως ο δικαστικός φάκελος της υπόθεσής της, έγγραφα από το Foreign Office ή τη Λίγκα για τη Δημοκρατία, κυρίως όμως ο ατομικός της φάκελος της Ασφάλειας, από τον οποίον παραθέτει πολλά τεκμήρια. Ετσι, κι αυτό είναι ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, το βιβλίο δεν αποτελεί όπως κάθε αυτοβιογραφικό κείμενο μόνο έναν διάλογο με τις ιστορικές καταγραφές ή κυρίως τις κατατεθειμένες αναμνήσεις των ανθρώπων, αλλά συγκροτεί ένα σημείο συνάντησης της προσωπικής μαρτυρίας με τα αρχειακά τεκμήρια.

Το βιβλίο της Βαλαβάνη χάρη στα τεκμήρια αλλά και στον τρόπο που η ίδια σκιαγραφεί τις προσωπικότητες των ανακριτών και βασανιστών της αποτελεί ένα μοναδικό τεκμήριο όχι μόνο του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος αλλά της καταστολής του και των διωκτικών μηχανισμών που την είχαν αναλάβει. Το ψυχογράφημα που είχε ετοιμάσει ο βασανιστής Γκάνος για τη συγγραφέα αποτυπώνει πιο πολλά για τη δική του ψυχοσύνθεση, τη νοοτροπία και τις αντιλήψεις του, παρά για την ίδια. Το βιβλίο αποτελεί μια αφορμή για να σκεφτούμε την ιστορία της καταστολής στη χώρα μας και αυτόν τον τεράστιο μηχανισμό βασανισμού και καταστολής που έδρασε στην περίοδο της δικτατορίας. Ή για να είμαστε ακριβείς αποθρασύνθηκε στα χρόνια της δικτατορίας με την παραίνεση του στρατιωτικού καθεστώτος. Στο βιβλίο παρατίθενται ονόματα βασανιστών της χούντας που ήδη από τη δεκαετία του ’50 ασκούσαν το «έργο» τους στην Ασφάλεια, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι η χούντα σε σχέση με την καταστολή αποτέλεσε μια συνέχεια, παρά μια τομή, με το προηγούμενο καθεστώς. Οι βασανιστές υπήρξαν προϊόντα ενός μηχανισμού που συγκροτήθηκε στη μεταπολεμική Ελλάδα με την ανοχή ή και την επίνευση του κράτους. Αν ο αριθμός τους ήταν σχετικά μικρός, ο μηχανισμός που τους παρήγαγε ήταν τεράστιος, πολυπλόκαμος. Στις τάξεις συμπεριέλαβε τα σώματα ασφαλείας αλλά και τους δεκάδες χιλιάδες πολίτες που με διάφορους τρόπους συνεργάστηκαν μαζί του.

Ο μηχανισμός αυτός που δεν εκκαθαρίστηκε μετά την πτώση της χούντας, όπως αποτυπώνεται και στα σχόλια της Βαλαβάνη για τις δικές των βασανιστών, συνέχισε σε μεγάλο βαθμό τη δράση του αλώβητος στη Μεταπολίτευση.

Το βιβλίο της Νάντιας Βαλαβάνη μάς μεταφέρει σε μια περίοδο που ακόμη δεν έχει μελετηθεί επαρκώς, αναφέρομαι στους λίγους κομβικούς μήνες που συνδέθηκαν με την άνοδο της χούντας του Ιωαννίδη και τη σύντομη πτώση της. Εάν για μας σήμερα αποτελεί μια «παρένθεση», για τους νεαρούς φοιτητές και φοιτήτριες που μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου βρέθηκαν στην παρανομία και στη συνέχεια στη φυλακή αποτέλεσε μια «αιωνιότητα». Η εμπειρία της Νάντιας Βαλαβάνη, καθώς και των συντρόφων της στη φυλακή και στην απομόνωση ήταν μια εμπειρία που βιώθηκε μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα. Ηταν όπως μας δείχνει το βιβλίο, ένας πολύ πυκνός χρόνος, μια βαθιά μετασχηματιστική εμπειρία για νέους ανθρώπους που στήριξαν την αντοχή τους στην πίστη τους στα ιδανικά τους, αλλά κυρίως στους δεσμούς ανάμεσά τους. Το βιβλίο της Βαλαβάνη ενώ μιλάει για την απομόνωση, τη βία και τη σκληρή μοναξιά του κελιού, στην πραγματικότητα αποπνέει συλλογικότητα και συντροφικότητα. Οχι μόνο γιατί η ηρωίδα του έχει μαζί στην απομόνωση τα τραγούδια ή τα ποιήματά της. Αλλά και γιατί σε κάθε στιγμή της εμπειρίας της συνομιλεί με έναν ολόκληρο κόσμο. Με εκείνον που είναι δίπλα της, τον κόσμο των φυλακισμένων, με τα χτυπήματα στους τοίχους, τις φωνές, τα σημειώματα. Αλλά και με όλους και όλες εκείνους και εκείνες που λείπουν σωματικά, αλλά είναι παρόντες και παρούσες στη σκέψη της. Με εκείνους συνεννοείται, πραγματικά και νοερά, σε εκείνους δίνει λόγο. Με αυτούς και αυτές μοιράζεται την ίδια κοινή πίστη των αρκτικόλεξων της φυλακής που αποτελούν και τον τίτλο του βιβλίου: ΘΝ (θα νικήσουμε).

Σαν ηχείο

Το βιβλίο της Βαλαβάνη λειτουργεί ως ένα ηχείο που μεταφέρει τη δική της φωνή, αλλά και τις φωνές πολλών άλλων. Ετσι κι αλλιώς, όπως κάθε μαρτυρία, ρητά ή υπόρρητα συνομιλεί με τις γραπτές μαρτυρίες που έχουν ήδη κατατεθεί για τα γεγονότα. Η ίδια, όμως μεταφέρει ακόμη τις φωνές πολλών άλλων  συλληφθέντων ή αντιστασιακών είτε με τα δικά τους λόγια, είτε αφηγούμενη τις ιστορίες τους. Σκιαγραφεί έναν ολόκληρο κόσμο αντιστασιακών όχι μόνο των κομμουνιστών συντρόφων της, αλλά και άλλων οργανώσεων και πολιτικών χώρων, από τον Βασίλη Καραπλή στη Νανά Καλλιανέση.  Συγκροτεί ένα εικονοστάσι των στελεχών κυρίως του νεανικού αντιδικτατορικού κινήματος, ένα εικονοστάσι που ακόμη δεν έχει φωτιστεί από τα κεριά των ιστορικών. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι 50 χρόνια μετά την πτώση του χουντικού καθεστώτος δεν έχουμε αναλυτικές μελέτες για τις οργανώσεις που βρέθηκαν απέναντί του, όπως η ΑντιΕΦΕΕ, ο Ρήγας Φεραίος και από την άλλη πλευρά η Δημοκρατική Αμυνα ή οι ΔΕΑ. Σε αυτή την κατεύθυνση μαρτυρίες, όπως της Βαλαβάνη, εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας, μας βοηθούν να συγκροτήσουμε την ιδεολογία αλλά και την ανθρωπογεωγραφία του αντιδικτατορικού κινήματος.

Και έπειτα; Τι νόημα έχουν μαρτυρίες όπως αυτή της Βαλαβάνη για ένα μακρινό πια παρελθόν, πέραν των ιστορικών ή των πρώην συντρόφων της; Τι νόημα έχουν την ώρα που η Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ δημιουργεί τη «νέα τάξη πραγμάτων» και η Ακροδεξιά επελαύνει σε όλο τον κόσμο; Σκέφτομαι ότι τώρα ίσως έχουν ένα μεγαλύτερο νόημα. Γιατί μας υπενθυμίζουν έναν κόσμο αντίστασης και αγώνα σε δύσκολες συνθήκες, έναν κόσμο που τα ιδανικά του ενέπνευσαν νεαρά κορίτσια κι αγόρια να αντέξουν φριχτά βασανιστήρια, να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους και κυρίως την ελπίδα τους ότι θα νικήσουν (ΘΝ). Δεν είναι λίγο.

O Βαγγέλης Καραμανωλάκης είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής του Ιστορικού Αρχείου του Πανεπιστημίου. Είναι επίσης πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ)

Νάντια Βαλαβάνη

Θ.Ν.

Ενα χρονικό για «τα παιδιά του Φλεβάρη» μισόν αιώνα αργότερα

Τόμος Α’

Εκδ. Τόπος, 2025, σελ. 352

Τιμή 18 ευρώ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.