Συμπληρώνονται πενήντα χρόνια, μετά το Σύνταγμα του 1975, το οποίο ήταν άρτιο για την εποχή του, διότι εξασφάλισε στη χώρα μας τη μακροβιότερη και σταθερότερη διακυβέρνηση στη συνταγματική ιστορία της.
Εκτοτε δεν έλειψαν οι ευκαιρίες για μια ουσιαστική συνταγματική αναθεώρηση, αλλά έλειψε η συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες δεν κατόρθωσαν να ξεπεράσουν μικροκομματικά οφέλη.
Τις παρακάτω προτάσεις μου, χωρίς να θεωρώ ότι είναι πρωτότυπες, τις έχω διατυπώσει κατά καιρούς, και ως πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και ως μέλος του Κοινοβουλίου. Θεωρώ όμως ότι συμβάλλουν στον περιορισμό του διαμορφωθέντος πολωτικού κλίμακος και των κομματικών σκοπιμοτήτων, αφού στοχεύουν στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό σύστημα και όχι στο τι εξυπηρετεί την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Αρθρο 86
Είναι λαϊκισμός να λέμε ότι «όλοι οι πολίτες πρέπει να έχουν την ίδια ποινική αντιμετώπιση για κάθε ποινικό αδίκημα», και αυτό διότι τα αδικήματα που διαπράττει συγκεκριμένος υπουργός, αναγόμενα στη λειτουργική αρμοδιότητά του, δεν τα διαπράττει πολίτης αλλά ούτε και άλλος αναρμόδιος υπουργός.
Παράδειγμα: Αν διαπράξει ο υπουργός Υγείας απιστία κατά του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω υπερκοστολόγησης ενός φαρμάκου, αυτό το αδίκημα δεν μπορεί να το διαπράξει κανείς άλλος. Αν η κοστολόγηση οφείλεται στην έλλειψη του φαρμάκου, λόγω πανδημίας, με συνέπεια να απαιτείται να γίνει άμεση προ-προμήθειά του, έστω και υπερτιμημένου, ανακύπτει ζήτημα κυρίως πολιτικό που η Βουλή πρέπει να εκτιμήσει. Ετσι, προστατεύεται το ίδιο το πολιτικό σύστημα από διαπόμπευση ενός υπουργού, που ενήργησε άμεσα προς προστασία υπέρτερου αγαθού (της υγείας εν προκειμένω).
Το δεύτερο εδάφιο της παραγρ. 2 του άρθρου 86 δημιουργεί πρόβλημα και κυρίως το επίρρημα «αμελητί», διότι συνεπάγεται, πολλές φορές, διώξεις, που στηρίζονται σε προφανώς απαράδεκτες ή νομικά αβάσιμες καταγγελίες, χωρίς να προηγείται ένας στοιχειώδης προκαταρκτικός έλεγχος από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, αφού κάθε στοιχείο που σχετίζεται με υπουργό και αδίκημα διαβιβάζεται στη Βουλή αμέσως, χωρίς καθυστέρηση ή αναβολή (αμελλητί).
Εδώ αξίζει να τονίσω τα εξής: Το 2003 υπήρξαν εντελώς αβάσιμες, προσχηματικές κομματικές καταγγελίες κ.λπ. κατά υπουργού και βουλευτών.
Η πιο πάνω προβλεπόμενη διαδικασία, αλλά και αυτή του άρθρου 83 του Κανονισμού της Βουλής, δεν έδινε τη δυνατότητα ενός στοιχειώδους ελέγχου των καταγγελιών με ό,τι αυτό συνεπάγετο (διασυρμό) για τους καταγγελλόμενους.
Επί προεδρίας της Βουλής Απόστολου Κακλαμάνη και με σχετική θετική παρέμβαση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, τροποποιήθηκε η παραγρ. 1 του άρθρου 83 του Κανονισμού της Βουλής και προστέθηκε εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο οι αιτήσεις για χορήγηση άδειας δίωξης κατά βουλευτή πρέπει να ελέγχονται από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Ετσι η παραγρ. 1 του άρθρου 83 του Καν. της Βουλής, διατυπώθηκε με απόφαση της Ολομέλειας, όσον αφορά τη δίωξη κατά βουλευτή, ως εξής:
«Οι αιτήσεις της εισαγγελικής αρχής για τη χορήγηση άδειας άσκησης ποινικής δίωξης κατά Βουλευτή, σύμφωνα με τα άρθρα 61 παρ. 2 και 62 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού ελεγχθούν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποβάλλονται στη Βουλή διά του Υπουργού Δικαιοσύνης και καταχωρίζονται σε ιδιαίτερο βιβλίο κατά τη σειρά της υποβολής τους». (ΦΕΚ 161Α’/26-6-2023).
Κατόπιν της ρύθμισης αυτής, ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λινός εκδίδει την με αριθ. πρωτ. 4560/4/24-12-2003 εγκύκλιό του, την οποία απευθύνει προς τους εισαγγελείς Εφετών, με την οποία ζητεί όπως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η πιο πάνω διαδικασία πρέπει να τηρείται και για τους υπουργούς.
Επομένως, το δεύτερο εδάφιο της παραγρ. 2 του άρθρου 86 πρέπει να επαναδιατυπωθεί, αφού απαλειφθεί η λέξη «αμελλητί» και να αναφέρεται ρητά η αρμοδιότητα (έλεγχος) του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως στο άρθρο 83 του Κανονισμού της Βουλής. Ετσι και η μέχρι τώρα υπηρεσιακή προχειρότητα θα εκλείψει και το κύρος των εγκαλουμένων θα προστατεύεται.
Οσον αφορά την ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης (παραγρ. 3 του άρθρου 86 και σχετ. διατάξεις του Κανον. της Βουλής – 153 επ).
Νομίζω ότι η τελευταία εμπειρία δεν ήταν καλή για τη λειτουργία του πολιτεύματός μας και, συνεπώς, με την επαναδιατύπωση της παραγράφου 3 του άρθρου 86 δεν θα συγκροτείται ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Θεωρώ ότι η καλύτερη λύση είναι η εξής:
Μετά την κατάθεση πρότασης άσκησης δίωξης από τους βουλευτές, η Βουλή θα παραπέμπει την υπόθεση σε τριμελές γνωμοδοτικό συμβούλιο, το οποίο θα ελέγχει τα στοιχεία της κατηγορίας και θα αξιολογεί την ουσιαστική βασιμότητά τους. Το συμβούλιο αυτό θα συγκροτείται από έναν αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δύο εισαγγελείς Εφετών, οι οποίοι κληρώνονται με τους αναπληρωματικούς τους, σε δημόσια συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής, μεταξύ όλων των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου και όλων των εισαγγελέων Εφετών της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών. Η ρύθμιση αυτή αναφέρεται ως δυνητική, στο άρθρο 155 του Κανονισμού της Βουλής. Με την πρότασή μου, γίνεται Συνταγματική ρύθμιση. Κατά τα λοιπά ακολουθείται η ήδη προβλεπόμενη διαδικασία.
Αρθρο 90 παραγ. 5 (Τρόπος επιλογής των ηγεσιών των Ανωτάτων Δικαστηρίων)
Οι δικαστικοί λειτουργοί δεν έχουν άμεση λαϊκή νομιμοποίηση.
Συνεπώς, η επιλογή δεν πρέπει να αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των Ολομελειών των Ανωτάτων Δικαστηρίων, παρεκτός του ότι υπάρχει κίνδυνος ομαδοποιήσεων, με συνέπεια να μην επιλέγονται οι άριστοι. Ούτε βέβαια πρέπει η επιλογή να γίνεται (ούτε έμμεσα) από το Υπουργικό Συμβούλιο.
Θεωρώ καλή λύση την εξής:
Η προεπιλογή να γίνεται από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων, όπως ισχύει τώρα, ενδεχομένως με κάποια μικρή παρέμβαση-βελτίωση της υπάρχουσας νομοθετικής διάταξης (ως προς τη σταυροδοσία) και η οριστική επιλογή να γίνεται από ένα «εκλεκτορικό» σώμα που θα συγκροτείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρόεδρο της Βουλής, τον Πρόεδρο της Κυβέρνησης και τον απερχόμενο (αφυπηρετούντα) Πρόεδρο του Δικαστηρίου (ΣΤΕ, ΑΠ, ΕΛ. ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ). Αν πρόκειται για επιλογή Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή του Γενικού Επιτρόπου και από τους αφυπηρετούντες εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και Επίτροπο του Ελ. Συνεδρίου.
Με τη δέσμευση ότι το ανωτέρω Ελεγκτικό Σώμα θα επιλέγει έναν από τους τρεις προτεινόμενους από τις οικείες Ολομέλειες.
Παρόμοια ρύθμιση και για τους αντιπροέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων.
Και, βέβαια, καταργείται η ενδιάμεση πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, η οποία ουδέν προσφέρει (Ν.3841/2010).
Ετσι αντιμετωπίζεται και η αμφιγνωμία (δίλημμα) τι είναι πιο βέλτιστο: Κυβέρνηση (Υπ. Συμβούλιο) που έχει άμεση λαϊκή νομιμοποίηση ή Δικαιοσύνη με έμμεση λαϊκή νομιμοποίηση.
Αρθρο 110
Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 πρέπει να αναθεωρηθούν.
Η προτείνουσα Βουλή να απαιτεί 151 βουλευτές και η αποφασίζουσα 180 βουλευτές. Ετσι, προστατεύεται η αξιοπιστία αλλά κυρίως η ευθύνη των κομμάτων μπροστά στις σύγχρονες προκλήσεις, που απαιτούν σύμπνοια και «υποχωρητικότητα». Διαφορετικά, κάθε κυβερνητική πλειοψηφία, στην αποφασίζουσα Βουλή, θα μπορεί να νομοθετεί, όσον αφορά το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων, όπως συγκυριακά την εξυπηρετεί.
Ετσι εξουδετερώνεται και το ενδεχόμενο η αντιπολίτευση να έχει αρνητική διάθεση να συμφωνήσει σε κρίσιμες και αναγκαίες προς αναθεώρηση διατάξεις.






