Νίκος Δαββέτας

Ναι στις «Ωρες», όχι στον «Μεγάλο Γκάτσμπι»

Δεν ξέρω αν είναι η καλύτερη μεταφορά μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη τον 21ο αιώνα, όμως την έχω δει πάνω από τέσσερις φορές και κάθε φορά ένιωσα την ίδια μαγεία ή, αν προτιμάτε, ένιωσα την ίδια συγκίνηση με την ανάγνωση του ομώνυμου βιβλίου. Μιλώ για το βραβευμένο με Πούλιτζερ έργο του Μάικλ Κάνινγκαμ «Οι ώρες» και τη φιλμική αποτύπωσή του από τον Στίβεν Ντάλντρι. Το βιβλίο το είχα διαβάσει πριν γίνει ταινία και ομολογουμένως ο εσωτερικός μονόλογος που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας και οι τρεις παράλληλες ιστορίες, με αφορμή τη ζωή και τον θάνατο της Βιρτζίνια Γούλφ, δεν σε έπειθαν ότι θα μπορούσαν εύκολα να αποκτήσουν εικόνα. Το αποτέλεσμα όμως ήταν συγκλονιστικό και μέσα στο πνεύμα του Κάνινγκαμ. Σε αυτό βοήθησαν φυσικά οι αξεπέραστες ερμηνείες της Νικόλ Κίντμαν ως Βιρτζίνια Γουλφ (Οσκαρ καλύτερης ερμηνείας), της Μέριλ Στριπ, της Τζούλιαν Μουρ και του Εντ Χάρις στον ρόλο του ομοφυλόφιλου ποιητή που πεθαίνει από AIDS. Στα συν της μεταφοράς και η πρωτότυπη μουσική του Φίλιπ Γκλας που θεωρείται πια κλασική στο είδος της.

Η χειρότερη ή μάλλον η πιο απογοητευτική μεταφορά είναι, κατά τη γνώμη μου, η κινηματογραφική εκδοχή του Μπαζ Λούρμαν για το εμβληματικό μυθιστόρημα του Σκοτ Φιτζέραλντ «Ο μεγάλος Γκάτσμπι». Ενα συνονθύλευμα φανταχτερών εικόνων σε καταιγιστικό ρυθμό, έξω από το πλαίσιο της μεσοπολεμικής αμερικανικής πραγματικότητας και με έναν πρωταγωνιστή ανέτοιμο για αυτόν τον αμφίσημο ρόλο. Ο Λεονάρντο ντι Κάπριο περιφερόταν ως ο όμορφος της ιστορίας δίχως την εωσφορική φύση του Γκάτσμπι και ανεπηρέαστος από τα προμηνύματα της μεγάλης πτώσης του. Βέβαια και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στην πρώτη μεταφορά του βιβλίου το 1974 δεν τα πήγε και πολύ καλύτερα, κι αυτό είναι μονάχα ένα σημάδι από το πόσο πολύπλευρος και αριστοτεχνικά πλασμένος χαρακτήρας είναι ο Γκάτσμπι του Σκοτ Φιτζέραλντ, ο ήρωας μιας «χαμένης γενιάς».

Ο Νίκος Δαββέτας είναι συγγραφέας

Μαρία Κομνηνού

Ναι στο «Ζ», όχι στην «Τροία»

Το 1966 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο το βιβλίο «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού. Το βιβλίο έχει κάποιες περιορισμένες κριτικές, όχι ιδιαίτερα θετικές, μεταξύ 1966 και 1967 όταν απαγορεύεται από τη χούντα. Βρίσκει όμως και έναν φανατικό αναγνώστη, τον Κώστα Γαβρά, που το διαβάζει στο ταξίδι επιστροφής από μια επίσκεψη στην Ελλάδα. Με την έλευση της δικτατορίας ο Γαβράς μαζί με τον Χόρχε Σεμπρούν και τη σύμφωνη γνώμη του Ιβ Μοντάν και της Σιμόν Σινιορέ αποφασίζουν να γράψουν ένα σενάριο βασισμένο στο βιβλίο του Βασιλικού. Η προσπάθεια του Γαβρά να βρει χρηματοδότες στάθηκε άκαρπη. Τέλος, μόνο με την παρέμβαση του Ζακ Περέν, που αποφασίζει να πάρει το ρίσκο της παραγωγής, και την υποστήριξη της αλγερινής κυβέρνησης αρχίζει τον Μάιο του 1968 η προετοιμασία του φιλμ στο Αλγέρι. Πώς αυτή η καταδικασμένη ταινία πήρε Οσκαρ και έγινε σύμβολο για τους αγωνιζομένους σε όλο τον κόσμο ενάντια των δικτατοριών; Σίγουρα συντελεί το γεγονός ότι το μυθιστόρημα του Βασιλικού είχε συλλάβει το πνεύμα των καιρών, zeitgeist. Στη χαμένη άνοιξη αυτής της περιόδου (1963-66) συντελούνται βαθιές διεργασίες που αποβλέπουν στο να ανατρέψουν τον «καταπιεστικό εκσυγχρονισμό» και να οδηγήσουν τη χώρα πιο κοντά σε ένα καθεστώς όπου οι λαϊκές τάξεις θα είχαν ισχυρό λόγο έναντι του κυρίαρχου συστήματος. Συγχρόνως η γραφή του Βασιλικού είναι ανανεωτική, με επιδράσεις από το «Εν ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε, ενώ ο Γαβράς και ο Σεμπρούν πατούν γερά στο «φανταστικό ντοκιμαντέρ», όπως χαρακτηρίζει ο Βασιλικός το βιβλίο του, και γράφουν ένα εκπληκτικό σενάριο. Το αποτέλεσμα είναι η ανανέωση του πολιτικού κινηματογράφου και η ανάδυση του πολιτικού θρίλερ.

Μια ατυχής μεταφορά της «Ιλιάδας» θεωρείται η «Τροία» του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν, με τον Μπραντ Πιτ στον ρόλο του Αχιλλέα. Η ταινία, παρά τη μεγάλη της εμπορική επιτυχία, δεν έδειξε ιδιαίτερο σεβασμό στο καταστατικό κείμενο του δυτικού πολιτισμού.

Η Μαρία Κομνηνού είναι πρόεδρος της Ταινιοθήκης της Ελλάδος και ομότιμη καθηγήτρια του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ματθαίος Φραντζεσκάκης

Ναι στην «Τελευταία έξοδο», όχι στον «Γουίλι Γουόνκα»

Μια κινηματογραφική ταινία αποτελεί ένα αυτοτελές δημιούργημα και, κατά τη γνώμη του γράφοντος, έτσι πρέπει να προσεγγίζεται κάθε φορά. Υπό την έννοια αυτή, συχνά υπάρχει μια σύγχυση σχετικά με την κρίση του κοινού όσον αφορά μια ταινία η οποία αποτελεί μεταφορά ενός βιβλίου. Τι ακριβώς κρίνουμε; Αν η ταινία αστικοποιεί την ταινία; Αν η ταινία λέει τα λόγια της ταινίας; Αν η ταινία μεταφέρει τις ιστορίες της ταινίας; Η αλήθεια είναι ότι όσο δεν απαντάμε στα παραπάνω ερωτήματα αναπτύσσουμε παράλληλους μονολόγους «αξιολογώντας» ταινίες που έχουν μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ένα βιβλίο. Η ταινία (ευτυχώς) είναι ένα αυτοτελές δημιούργημα στο οποίο συναντιούνται πολλές τέχνες. Αποτελεί την ιστορία που αναδιαμόρφωσαν ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης και, όσο και να αντλεί από ένα βιβλίο, είναι κάτι ΝΕΟ. Καλό ή λιγότερο καλό. Επιτυχημένο ή όχι. Υπό το πρίσμα αυτό, το ζητούμενο για εμένα είναι αν έχουν κάθε φορά αποδοθεί το πνεύμα και η ατμόσφαιρα ενός βιβλίου. Ενός λογοτεχνικού κειμένου. Ενός ιστορικού αποτυπώματος.

Κρατώντας τις παραπάνω σημειώσεις, σίγουρα η «Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ», σε σκηνοθεσία Φρανκ Ντάραμποντ, βασισμένη στη νουβέλα του Στίβεν Κινγκ, αποτελεί μια στέρεη προσωπική επιλογή καλής μεταφοράς. Οσον αφορά την όχι επιτυχημένη προσπάθεια, θυμάμαι το «Γουίλι Γουόνκα και το εργοστάσιο σοκολάτας» που, ενώ συνεχίζω να το βρίσκω ενδιαφέρον, το επανεξετάζω κάθε φορά που θυμάμαι τις ενστάσεις του συγγραφέα Ρόαλντ Νταλ που θεωρεί ότι υπάρχει δομική αλλοίωση του έργου του.

Ο Ματθαίος Φραντζεσκάκης είναι διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων

Αντώνης Νικολής

Ναι στον «Γατόπαρδο», όχι στη «Γιορτή του τράγου»

Δύο ταινίες που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό είναι «Ο γατόπαρδος» του Λουκίνο Βισκόντι από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, αδιαμφισβήτητα ανάμεσα στις καλύτερες μεταφορές, και αντίστοιχα «Η γιορτή του τράγου» του Λουίς Λιόσα, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Μάριο Βάργκας Λιόσα, στις πιο ατυχείς. Στην πρώτη, ο Βισκόντι, με αριστοκρατική καταγωγή κι ο ίδιος και με ικανή αισθητική σκευή, αποδίδει τη συγκίνηση απ’ την ανάγνωσή του περισσότερο, παρά αυτό καθαυτό το αριστουργηματικό κείμενο του Λαμπεντούζα, εν τέλει σέβεται το πνεύμα και το ύφος αυτού του νεωτερικού και ιδιότυπου ρέκβιεμ στη σικελική αριστοκρατία. Στη δεύτερη, ο και ξάδερφος του συγγραφέα σκηνοθέτης δεν φαίνεται να διαθέτει τον ποιητικό στοχασμό να εκφράσει με τον τρόπο του μύθου τη βαρβαρότητα ελλείψει του πολιτικού φιλελευθερισμού ούτε την τεχνική ευελιξία για μια πολύπλοκη αφηγηματική δομή, ανάλογη του μυθιστορηματικού «Τράγου».

Oσοι αγαπάμε τη λογοτεχνία, πάμε στο σινεμά με σφιγμένο το στομάχι κάθε φορά που κάποιος σκηνοθέτης αναμετριέται με λογοτεχνικό έργο, μα κι αν ακόμη δεν ενοχληθούμε, με τίποτε δεν συγκρίνουμε την αναγνωστική μεταρσίωση με την αντίστοιχη κινηματογραφική. Από την άλλη, βέβαια, ούτε θ’ αγόραζα ποτέ το πόνημα ενός που θα μετέγραφε σε λογοτεχνικό κείμενο την ταινία «Λα στράντα» του Φελίνι…

Νομίζω οι «διακαλλιτεχνικές» μεταφορές σπάνια ευτυχούν.

Ο Αντώνης Νικολής είναι συγγραφέας

Χρήστος Χρυσόπουλος

Ναι στη «Ζωή του Μπράιαν», όχι στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»

Η κινηματογραφική μεταφορά που άφησε το διαρκέστερο ίχνος ήδη στη νεαρή – τότε – αντίληψή μου είναι αναμφισβήτητα «Η ζωή του Μπράιαν» (1979) των Μόντι Πάιθον, όχι μόνο ως η πιο επιτυχημένη, ξεκαρδιστική (και πολιτικά καυστική) μεταφορά/παρωδία της Καινής Διαθήκης, αλλά επίσης επειδή ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η ταινία περιείχε αναφορές στα πλέον επίκαιρα – για τον χρόνο της κυκλοφορίας της – ερευνητικά πορίσματα από τις σπουδές της Βίβλου (Biblical research) και τη βιογραφία του Ιησού (Βλ. J. E. Taylor et. al., «Jesus and Brian – Exploring the Historical Jesus and His Times via Monty Python’s “Life of Brian”», Bloomsbury, 2015). Θα τη διάλεγα, έστω και μόνο για την απάντηση του Μπράιαν: «Ε, γιατί δεν πας να του πεις ότι θέλεις να ξαναγίνεις λεπρός;» (όταν ο θεραπευμένος επαίτης παραπονιέται ότι έμεινε άνεργος).

Αντιθέτως, την πιο βαρετή σπατάλη χρόνου θα αποδώσω στο δίωρο σχεδόν μαρτύριο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1957) του Ζυλ Ντασσέν, όχι τόσο για τη σοβαροφάνεια, την απουσία χιούμορ και τον ανυπόφορα κοινότοπο καζαντζακικό ηθικισμό, αλλά επειδή την είδα με ένα πρόσωπο που φοβόμουν ότι θα παρεξηγούσε τη βαρεμάρα μου ως έλλειψη ενδιαφέροντος για τη συνέχεια της βραδιάς… Η απόσταση του χρόνου και η έκβαση εκείνου του απογεύματος μου επιτρέπουν πλέον να αποκαλύψω ελεύθερα την αλήθεια.

O Χρήστος Χρυσόπουλος είναι συγγραφέας

Εύα Στεφανή

Ο αγαπημένος «Γατόπαρδος»

Μία από τις αγαπημένες μου ταινίες είναι «Ο γατόπαρδος» του Βισκόντι. Δεν πρόκειται απλώς για μια διασκευή ή κινηματογραφική μεταφορά του σπουδαίου μυθιστορήματος του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα «Ο γατόπαρδος», αλλά για ένα διαφορετικό έργο. Είναι μια ταινία που μυρίζει κάτι πολύ ευγενικό και βάρβαρο μαζί. Βλέποντάς την, έχω την αίσθηση ότι ακόμη και οι χώροι, τα συρτάρια, οι σκάλες, τα περβάζια υπαινίσσονται έναν πυκνό ερωτισμό που πρόκειται ανά πάσα στιγμή να εκραγεί. Το ίδιο έντονο βίωμα έχω όταν συμπάσχω με τον τρόμο των ηρώων μπροστά στο τέλος της ομορφιάς και την έλευση της βαρβαρότητας. Η απελπισία τους είναι και δική μου.

Βλέπω και ξαναβλέπω τον «Γατόπαρδο» ανακαλύπτοντας κάθε φορά ένα διαφορετικό μυστικό: ένα αναπάντεχο τρίξιμο στη σκάλα, ένα φως από το παράθυρο που φωτίζει μια μικρή λακκούβα στο πάτωμα. Μικρά θαύματα. Δεν μπορώ να βρω κάποια μη επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά για έναν κυρίως λόγο: διότι δεν θυμάμαι τις ταινίες που δεν μου αρέσουν.

Η Εύα Στεφανή είναι κινηματογραφίστρια

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Ο Θάνος Πλεύρης Face2Face με την Κατερίνα Παναγοπούλου