Μετά τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες, βρισκόμαστε ενόψει της πέμπτης αναθεώρησης του Συντάγματος 1975, η οποία πρόκειται να καλύψει ένα μεγάλο εύρος των προνοιών του. Ωστόσο, από τη συζήτηση έχουν, a priori, αποκλειστεί οι διατάξεις που κανοναρχούν το πλαίσιο των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας και ιδίως, η διάταξη του άρθρου 3.
Κατ’ αρχάς, να υπενθυμίσουμε ότι το άρθρο 3 καινοτομεί με τη συμπερίληψη στο corpus του Συντάγματος του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850, τη γενέθλια πράξη της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο οραματιζόταν μία ελεύθερη και ακηδεμόνευτη Εκκλησία, με διακριτό ρόλο από το Κράτος…
Η μεταπολιτευτική εμπειρία έχει αποδείξει ότι η χαλάρωση των σχέσεων έχει ήδη επιτευχθεί σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας, χωρίς το Σύνταγμα να συνιστά εμπόδιο προς τούτο. Ετσι, ίσως είναι προτιμότερη η επιλογή της δυναμικής ερμηνείας του, παρά η αβέβαιη προοπτική της αναθεώρησής του…
Παρά ταύτα, το ερώτημα παραμένει· υπάρχει το περιθώριο για διορθωτικές επεμβάσεις στο άρθρο 3, προκειμένου αυτό «να ορθοτομεί τον λόγο της συνταγματικής αληθείας»;
Ας ξεκινήσουμε από την ορθή διαπίστωση ότι η διάταξη του άρθρου 3 δεν είναι «η κανονιστικά και ερμηνευτικά κρισιμότερη, αλλά μία διάταξη κανονιστικά συμπληρωματική» (Ε. Βενιζέλος) για την τυπολογία των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 13.
Στο πλαίσιο αυτό, η προσθήκη στο άρθρο 3 του Συντάγματος δύο ερμηνευτικών δηλώσεων, θα καθιστούσε το περιεχόμενό του περισσότερο κρυστάλλινο και διαυγές.
Η μία, υπό τον όρο «επικρατούσα» θρησκεία, ο οποίος έχει καταστεί σε θεωρία και νομολογία «σημείο αντιλεγόμενο», ότι η συγκεκριμένη διάταξη «δεν περιορίζει την κανονιστική εμβέλεια του άρθρου 13» περί θρησκευτικής ελευθερίας, όπως έχει, ήδη από το 2006, προταθεί. Η δεύτερη, υπό τις δύο Πράξεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τον Τόμο δηλαδή του 1850 και την Πράξη του 1928, η οποία θα όριζε ότι το άρθρο 3 «καλύπτει το σύνολο των όρων του Τόμου του 1850 και της Πράξης του 1928».
Οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση οδηγεί αναπόφευκτα τον δικαστή να κρίνει, κατʼ ουσίαν «θεολογώντας», ποιος όρος είναι σημαντικός ή όχι για την Εκκλησία, στερώντας έτσι τον δικαστή από τη θρησκευτική του ουδετερότητα, αφού του αναθέτει ένα καθήκον που μάλλον δεν του ανήκει…
Επίσης, θα μπορούσε να απαλειφθεί η φράση «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλήν γνωρίζουσα τόν Κύριον ἡμῶν Ἱησοῦν Χριστόν…» αφενός ως περιττή, καθόσον η διαπίστωση αυτή τυγχάνει αυτονόητη για την Ορθόδοξη Εκκλησία και αφετέρου, διότι η κτητική αντωνυμία «ημών», σε πρώτο πληθυντικό, υποδηλώνει ότι όλοι οι Ελληνες ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, το οποίο είναι πρακτικώς αδύνατο, ακόμα και εάν η μεγάλη πλειονότητα είναι μέλη της, καθώς δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι υπάρχουν και πολίτες που πρεσβεύουν άλλες θρησκείες ή είναι άθρησκοι ή άθεοι.
Προσθέτως, αν και η διάταξη για την απαγόρευση μετάφρασης της Αγίας Γραφής (άρθρο 3 παράγραφος 3) αποτελεί ένα ιστορικό κεκτημένο, το ζήτημα αυτό εμπίπτει στα εσωτερικά ζητήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και συνεπώς η διαρρύθμισή του δεν είναι αναγκαίο, ελλείψει πλέον και των σχετικών προς τούτο ιστορικών συνδηλώσεων («Ευαγγελικά», 1901), να ανήκει στις πρόνοιες του συνταγματικού νομοθέτη.
Οι παρεμβάσεις αυτές θα μπορούσαν, ίσως, να διασώσουν, εν προκειμένω, το αναθεωρητικό momentum…
Ο Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Νομικής ΕΚΠΑ, είναι διευθυντής του Εργαστηρίου «Εκκλησιαστικού Δικαίου και σχέσεων Κράτους – Θρησκευμάτων» στην ίδια Σχολή. Το κείμενο στηρίζεται σε παρέμβασή του στον διάλογο που διεξήγαγε καθ’ όλο το 2025 η διαΝΕΟσις για τη συνταγματική αναθεώρηση






