Το Σύνταγμα του 1975 ενέχει ιστορικότητα. Εκφράζει την αγωνία της Ελλάδας του 1975 να εδραιωθεί το δημοκρατικό πολίτευμα, που είχε τότε ζωή ολίγων μηνών. Ο βασικός κορμός του επιτελεί αυτή τη λειτουργία και σήμερα. Οι αναθεωρήσεις του 1986 και του 2001 επιδίωξαν, με διαφορετικό τρόπο, να σταθεροποιήσουν τα κεκτημένα. Ιδίως να προστατεύσουν το σύστημα εναλλαγής στην εξουσία, από τον κίνδυνο να ξεφύγει ο πολιτικός ανταγωνισμός [π.χ., να εξαλειφθούν πιθανές εστίες πολιτειακών συγκρούσεων (1989) ή δικαστικοποίησης της πολιτικής ζωής (2001)].
Σήμερα όμως, εξαιτίας της έμφασης στη συγκέντρωση της εξουσίας, που σταδιακά αδρανοποίησε τους συναινετικούς πολιτικούς μηχανισμούς, το Σύνταγμα δεν παρέχει ισχυρές αντιστάσεις απέναντι στον κίνδυνο ανάδυσης νεοαυταρχικών τάσεων, τις οποίες βλέπουμε να εκδηλώνονται διεθνώς. Επίσης, διατηρεί και πλήθος φοβικών διατάξεων που απηχούν τον ορίζοντα της δεκαετίας του ’70. Θεσμικότητα και εξωστρέφεια αποτελούν επομένως τα δύο βασικά ζητούμενα της αναθεώρησης.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος όμως δεν είναι επιστημονικό σεμινάριο. Είναι η ύπατη θεσμική διαδικασία. Και προϋποθέτει κατάλληλες πολιτικές συνθήκες, ώστε οι διεργασίες να μπορούν να υπερβούν την πολιτική επικοινωνία. Στην τρέχουσα συγκυρία, το διάβημα είναι επισφαλές. Ωστόσο, πρώτον, κρίσιμος χρόνος δεν είναι ο σημερινός, αλλά ο χρόνος της αναθεώρησης, στην αναθεωρητική Βουλή, κάποια στιγμή το 2027. Δεύτερον, κρίσιμο μέγεθος δεν είναι η ομοφωνία, ιδίως σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο, αλλά ικανή πλειοψηφία, με αυτοπεποίθηση, δυναμισμό και συμπεριληπτική προδιάθεση.
Αυτά είναι αβέβαια, και πάντως μελλούμενα. Ως τότε λοιπόν, τι μπορεί να γίνει; Η πλειοψηφία φέρει το βάρος να ψηφίσει τις διατάξεις που θα τεθούν προς αναθεωρητική κρίση. Αλλά και να υλοποιεί, ήδη στην τρέχουσα πολιτική διακυβέρνηση, τις βασικές αρχές, στο μέτρο που οι ισχύουσες διατάξεις το επιτρέπουν. Η αντιπολίτευση καλείται υπεύθυνα να επεξεργαστεί και να διατυπώσει προτάσεις και προσανατολισμούς. Αναμένεται ότι δεν θα δώσει ψήφο στην παρούσα Βουλή. Και αυτό, προκειμένου να παραμείνει ζωντανή η ανάγκη συγκέντρωσης 180 ψήφων στην αναθεωρητική Βουλή, και να καταστεί γνήσια η επιταγή της συναίνεσης. Εμείς, στη δημόσια σφαίρα, οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε προτάσεις προοδευτικές και φιλελεύθερες, με την ευρεία έννοια αμφότερων των όρων. Θεσμικότητα και εξωστρέφεια μαζί. Ωστε να διασφαλίσουμε ότι οι όποιες πολιτικές δυνάμεις κυριαρχήσουν μεθαύριο δεν θα επιχειρήσουν συντηρητική αναθεώρηση. Και να είμαστε σε πλήρη επαγρύπνηση, ώστε οι νέες διατυπώσεις να μην είναι περιτύλιγμα παλαιών πρακτικών.
Τελικώς το ζήτημα της αναθεώρησης θα κριθεί ταυτόχρονα με το πολιτικό ζήτημα. Πολίτες και πολιτικές δυνάμεις θα κληθούν να δώσουν Βουλή ικανή να νομιμοποιήσει κυβέρνηση, και ικανή να επιτελέσει σοβαρή αναθεώρηση. Και εδώ έχουμε την απάντηση στο ερώτημά μας: Αν υπάρξουν ισχυρές πολιτικές δυνάμεις, με εξωστρέφεια και αυτοπεποίθηση, οι οποίες να έχουν κυρίαρχο ρόλο στην αναθεωρητική Βουλή, τότε ναι, θα έχουν επιτευχθεί προϋποθέσεις αναθεώρησης.
Ο Νίκος Παπασπύρου είναι αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και διευθυντής του Εργαστηρίου Συνταγματικών Ερευνών της Νομικής Σχολής (ΕΚΠΑ).







