Για να πω τη μαύρη μου αλήθεια, τον Bad Bunny δεν τον ήξερα. Τον έμαθα την περασμένη εβδομάδα με αφορμή τον θρίαμβό του στα Grammy, όπου μάλιστα ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού που ένας μη αγγλόφωνος «δίσκος», ο δικός του, κέρδισε το βραβείο του καλύτερου της χρονιάς. Ακουσα τη δήλωσή του εναντίον της ICE και του Τραμπ και σκέφτηκα ότι να τος πάλι ο «ακτιβισμός του κόκκινου χαλιού» με τις κλισέ δηλώσεις και τα καρφιτσάκια στο πέτο του σμόκιν.
Oλα αυτά μέχρι προχθές που είδα τον Bad Bunny στο ημίχρονο του Super Bowl, του αγώνα με τη μεγαλύτερη τηλεθέαση στις ΗΠΑ, που την περασμένη Κυριακή ειδικά είδαν περισσότεροι από 200 εκατομμύρια τηλεθεατές σε ολόκληρο τον κόσμο. Τι ήταν αυτό το πράγμα, Θεέ μου. Τι έκρηξη ανθρωπίλας – και συγγνώμη που δεν μπορώ να βρω μια πιο δόκιμη έκφραση, αλλά και αν έβρισκα, πάλι έτσι θα το έλεγα. Eνα πλήθος ανθρώπων γέμισε το στάδιο Levi’s στη Σάντα Κλάρα της Καλιφόρνιας, ένα πλήθος πολύχρωμο, παλλόμενο, εκρηκτικό, το οποίο, σε διάφορους ρόλους, ζωντάνεψε όλες εκείνες τις στιγμές της καθημερινότητας που, αρέσει – δεν αρέσει στους Τραμπ αυτού του κόσμου, διαμόρφωσαν τις σύγχρονες ΗΠΑ, αυτές που συνηθίσαμε να λέμε Αμερική, καθώς αποτελούν ένα χωνευτήρι των πολιτισμών ολόκληρης της ηπείρου. Την Αμερική που αγαπήσαμε και ονειρευτήκαμε και στην οποία πιστέψαμε όπως, κάποτε, οι ήρωες του «West Side Story». Μια χώρα που φτιάχτηκε από μετανάστες και σε μετανάστες στήριξε το περίφημο «θαύμα» της.
Ενα West Side Story, 65 χρόνια μετά, ήταν αυτό το σόου του Bad Bunny, μια υπερπαραγωγή διάρκειας 13 λεπτών, κατά τη διάρκεια των οποίων ακούστηκαν μόνο ισπανόφωνα τραγούδια. Τραγούδια που ξεχείλιζαν από το εκρηκτικό λάτιν ταμπεραμέντο αφού αυτοί οι λαοί ακόμη και τις πίκρες, τα βάσανα και τους πόνους τους τα χορεύουν και τα τραγουδάνε με χαρούμενους ρυθμούς. Οι εργάτες στις φυτείες των ζαχαροκάλαμων, οι καντίνες με τα τάκος, τα κορίτσια που φτιάχνουν τα μπιρμπιλωτά νύχια τους, οι ηλεκτρολόγοι εναερίτες (σχόλιο για τις συχνές διακοπές ρεύματος στο Πουέρτο Ρίκο, την ιδιαίτερη πατρίδα του Bad Bunny) εικονογραφούσαν την ιστορία κοινοτήτων που έχουν την ικανότητα να χρησιμοποιούν τη χαρά τους ως υπερόπλο ενάντια στην υποτίμηση, την καταπίεση, τον αποκλεισμό.
Φαντάζομαι το κοινό του Τραμπ να παρακολουθεί αυτή τη «γιορτή σωματικότητας» (και πάλι αδόκιμος ο όρος). Πόσο εκνευριστικό θα ήταν να βλέπουν, έστω και συμβολικά, αυτούς που κυνηγούν, που προσπαθούν να φοβίσουν, που θέλουν να διώξουν, να απαντούν χορεύοντας και τραγουδώντας, να τους σαρώνουν με μια έκρηξη χαράς. Διότι το μίσος που εκτοξεύεις εναντίον κάποιου που συνεχίζει να τραγουδά και να χορεύει ξέφρενα, επιστρέφει στα μούτρα σου. Καθώς η καλύτερη επανάσταση, η μεγαλύτερη, η πιο ουσιαστική και συγκινητική διαμαρτυρία είναι η χαρά. Ανίκητη η άτιμη απέναντι στις γκριμάτσες μίσους του Τραμπ. Σε κάνει να θέλεις να σηκωθείς και να συμμετάσχεις σε αυτήν και, συγχρόνως, σε καθηλώνει.
Μεσογειακά δράματα
Πόσο διαφορετικό όλο αυτό από τη δική μας μεσογειακή (με επιρροές εξ Ανατολών) δραματικότητα. Ακόμη και το απόλυτα – έστω και για λόγους μάρκετινγκ – συνδεδεμένο με τον ελληνικό ψυχισμό μουσικό κομμάτι, ο «Ζορμπάς», έχει μια εσωστρέφεια. Ο ήρωας χορεύει μόνος του και είτε έχει κλειστά τα μάτια του, είτε κοιτάει ψηλά, είτε χάμω. Ποτέ δεν αντικρίζει τη ζωή κατάματα.
Και μετά σκέφτομαι τις καθ’ ημάς συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Τις συνοφρυωμένες, οργισμένες φάτσες των διαδηλωτών, τα συνθήματα που συλλαβίζουν χωρίς ρυθμό, τις ρομποτικές κινήσεις τους. Και φαντάζομαι να μπούκαραν ανάμεσά τους καμιά πενηνταριά καλλίπυγα κορίτσια που θα χόρευαν twerking, την ώρα που, για παράδειγμα, η Νατάσσα Μποφίλιου θα τραγουδούσε σπαρακτικά «για τον άνθρωπο». Τότε θα έρχονταν αντιμέτωποι ο «άνθρωπος», ως αφηρημένη έννοια, και η «ανθρωπίλα» του Βad Bunny. Και στοιχηματίζω ότι θα επικρατούσε ολοκληρωτικά η δεύτερη.







