Είναι η διεύρυνση του ΠΑΣΟΚ η αρχή του τέλους της εσωστρέφειας κι η αφορμή να γυρίσει η βελόνα; Για τον πασόκο που βλέπει το κόμμα του ανταγωνιστικά με το εγχείρημα Τσίπρα και τα άλλα σπαράγματα του ΣΥΡΙΖΑ, σημασία έχει να πάρει το ΠΑΣΟΚ περισσότερα στελέχη απ’ όσα θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι αντίπαλοι – αν και ο Τσίπρας μάλλον θα ψάξει στελέχη εκτός του κορβανά της Αριστεράς για το νέο μαγαζί του.
Υπό την μπαγκέτα του Κώστα Σκανδαλίδη, το ΠΑΣΟΚ θέλει να ολοκληρώσει τη μετάλλαξή του σε πράσινο ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντας μεταγραφές στελέχη που στο παρελθόν έχουν απαξιώσει το κόμμα και, ιδίως, τη γεμάτη αυταπάρνηση προσπάθειά του να σωθεί η χώρα, μένοντας στην Ευρώπη και στο ευρώ. Πρόσωπα που απλώς αλλάζουν ταμπέλα και χρώμα.
Υποτίθεται ότι η διεύρυνση είναι αμφοτερόπλευρη, περιλαμβάνει δηλαδή και στελέχη του Κέντρου. Τους εύχομαι καλό κουράγιο, όταν σε λίγο θα βρίσκονται στο κόμμα που επιφυλάσσει υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για παλαιά στελέχη τα οποία επέλεξαν ως μέρη του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου να βρεθούν με τον Μητσοτάκη, τον πρώτο που κατανόησε το διακύβευμα μετά την αποτυχία των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ – και επεφύλασσε ιταμές προσβολές για πρόσωπα στο ίδιο κόμμα, όπως ο Ανδρέας Λοβέρδος, ο οποίος εξέφρασε αυτή την τάση και, μετά την ήττα του, σίγουρα θα μετάνιωσε που έμπλεξε.
Δεν αμφιβάλλω ότι οι υπολογισμοί που έφεραν τη συγκεκριμένη διεύρυνση είναι μπακάλικοι: όσο περισσότεροι έρχονται, τόσο περισσότερες ψήφους φέρνουν. Λάθος. Υπάρχουν προσθήκες που δεν φέρνουν αλλά αφαιρούν ψηφοφόρους. Που αντί να φέρνουν διώχνουν κόσμο, ιδίως αν ο κόσμος αυτός πειστεί ότι, τελικά, αυτές οι αλλοπρόσαλλες φωνές από το παρελθόν προσβάλλουν όσους πιστούς κομματικούς επέμειναν να στηρίζουν το κόμμα στα δύσκολα – και συνεχίζουν να αγωνίζονται για ένα ΠΑΣΟΚ που δεν θα ανταγωνίζεται τα αριστερά γκρουπούσκουλα. Επειδή, σε πείσμα μιας πεποίθησης που θεωρεί το κόμμα πάση θυσία εργαλείο για την εξουσία, υπάρχουν ακόμα ιδεολόγοι που πιστεύουν στην ανάγκη τα κόμματα να υπερασπίζονται τις αξίες τους.
Ποιες αξίες όμως υπερασπίζουν πρόσωπα όπως ο Μάρκος Μπόλαρης, η Νίνα Κασιμάτη, ο Παναγιώτης Κουρουμπλής; Τι σχέση έχει με το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που σφράγισε τη Μεταπολίτευση ιδίως με την επιλογή να εκσυγχρονίσει τη χώρα, ο Νικόλας Φαραντούρης, που δύο εβδομάδες πριν διαγράφτηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ για τα νταραβέρια του με τη Μαρία Καρυστιανού; Και γιατί να ακούγεται πειστικός ο Γιάννης Πανούσης που λέει ότι «προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες του για ένα όμορφο ταξίδι ελπίδας», αλλά παρά τον ποιητικό του οίστρο ανέχτηκε ως κυβερνητικό στέλεχος τις καταστροφικές πολιτικές επιλογές των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ της πρώτης περιόδου; Γιατί όλοι αυτοί πολιορκούν ή μπήκαν ήδη στο κάστρο ΠΑΣΟΚ; Επειδή είναι ο φορέας της πολιτικής επιβίωσής τους. Αν όμως υπήρξαν μια φορά τοξικοί, γιατί να μην είναι και μια δεύτερη;
Υπάρχει μόνο ένας γενναίος τρόπος να αποκτήσουν την ηθική πολιτική νομιμοποίηση, όλα αυτά τα πρόσωπα, για να ξαναβρεθούν στο ΠΑΣΟΚ. Να ζητήσουν δυνατά και καθαρά συγγνώμη, από το ΠΑΣΟΚ και από τους έλληνες πολίτες. Να αποκηρύξουν την επιλογή να στηρίξουν ένα τοξικό κόμμα σε μια εμφυλιακή συνθήκη, με τη σιωπή τους ή και με τον δικό τους τοξικό λόγο. Δεν θα το κάνουν, επειδή η ειλικρινής συγγνώμη απαιτεί γενναιότητα και αληθινή μεταμέλεια. Δημοκρατική μεταμέλεια.
Στο πέρασμα του χρόνου
Δεν ξέρω τι σημαίνει κόμμα από ανάγκη – όπως είναι το κόμμα που θέλει να ιδρύσει η Μαρία Καρυστιανού. Η οποία είναι περιθωριοποιημένη πλέον και από το «κίνημα των Τεμπών», αφού βρίσκεται μακριά από τον σύλλογο των συγγενών θυμάτων, αλλά και από την Αριστερά, διάφοροι εκπρόσωποι της οποίας την αποκηρύσσουν μετά βδελυγμίας ως ακροδεξιά αφού πλέον ο αντιμητσοτακισμός της δεν συμπίπτει με τον δικό τους αντιμητσοτακισμό.
Οι θέσεις της πάντως είναι ερασιτεχνικές και την περιθωριοποιούν. Η χθεσινή της παρέμβαση, η επιμονή της δηλαδή στο θέμα των αμβλώσεων και στην τυφλή και χωρίς κέντρο επίκριση στον έλληνα Πρωθυπουργό επειδή θα πάει στην Τουρκία και θα συναντήσει τον πρόεδρο Ερντογάν, την αποκόπτουν οριστικά από το λεγόμενο προοδευτικό ακροατήριο (τουλάχιστον τους συνειδητούς υποστηρικτές της Αριστεράς) και την περιορίζουν στον ανταγωνισμό με τον Βελόπουλο και τον Νατσιό. Σε καλή μεριά. Η Καρυστιανού είναι ένα ακόμα παράδειγμα αμετροέπειας. Εχτισε λαϊκό έρεισμα πάνω στο συναίσθημα και το γκρέμισε όταν, πρόωρα, εμφανίστηκε με πολιτικές θέσεις – υποκατέστησε τη θλίψη δηλαδή με θέσεις και επιχειρήματα.
Στην πορεία προς τις εκλογές μόνο θα χάνει, αφού οι κανονικές συνθήκες στην πολιτική απαιτούν θέσεις και στελέχη. Κι η Μαρία Καρυστιανού δεν έχει ούτε θέσεις ούτε στελέχη. Κι αυτό θα φαίνεται στο πέρασμα του χρόνου.







