Ο Πρωθυπουργός πρόσφατα υπερασπίστηκε τη «διάταξη Κεφαλογιάννη», δηλώνοντας ότι ακολουθήθηκε η «κανονική κοινοβουλευτική διαδικασία». Η εικόνα είναι εν μέρει θεσμικώς καθησυχαστική: επιτροπές, Ολομέλεια, ψηφοφορία – αν και η διάταξη ενσωματώθηκε στο νομοσχέδιο μετά τη δημόσια διαβούλευση. Κρίσιμο, ωστόσο, είναι αν τηρούνται οι ουσιαστικοί φραγμοί που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα. Ενάντια στο άρθρο 74 παρ. 5 Συντ., που επιβάλλει ενότητα ύλης και απαγορεύει άσχετες διατάξεις, η μεταβολή του κανόνα του οικογενειακού δικαίου ενσωματώθηκε σε άσχετο νομοσχέδιο που αφορούσε τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Αν αυτό θεωρείται «κανονικό», τότε η παραβίαση του άρθρου 74 παύει να είναι εξαίρεση και μετατρέπεται σε «κανονική» πρακτική, αποδεκτή από τον Πρωθυπουργό.

Ανάλογη λογική έχει διαφανεί και σε θέματα χωρίς εμφανές πολιτικό όφελος, όπως στην προκήρυξη εκλογών: στις 28 Μαρτίου 2023, ο κ. Μητσοτάκης ανήγγειλε δημόσια την ημερομηνία των εθνικών εκλογών (21 Μαΐου 2023) πριν ολοκληρωθεί η τυπική διαδικασία διάλυσης της Βουλής. Το γεγονός συνδέεται με το άρθρο 41 (προϋποθέσεις πρόωρης διάλυσης) και το άρθρο 35 (ρόλος της Προέδρου της Δημοκρατίας), ενισχύοντας την εικόνα ότι οι θεσμικοί τύποι έπονται της πολιτικής απόφασης.

Οι συγκρούσεις με το Σύνταγμα δεν σταματούν εδώ. Το πλαίσιο παρακολουθήσεων και οι περιορισμοί ενημέρωσης των θιγόμενων πολιτών άπτονται του άρθρου 19 (απόρρητο επικοινωνιών) και του άρθρου 9Α (προστασία προσωπικών δεδομένων). Η μη συμμόρφωση της Διοίκησης με δικαστικές κρίσεις για την υποχρέωση ενημέρωσης του κ. Ανδρουλάκη συνδέεται με το άρθρο 95 παρ. 5, που επιβάλλει συμμόρφωση στις δικαστικές αποφάσεις.

Πρακτικές όπως οι αγωγές εκφοβισμού (SLAPP) πρώην κυβερνητικών αξιωματούχων κατά δημοσιογράφων και η υπόθεση της «λίστας Πέτσα» για την κατανομή κρατικής διαφήμισης αφορούν την ελευθερία του Τύπου του άρθρου 14 και την αρχή της ισότητας του άρθρου 4, καθώς ανέκυψαν ζητήματα πίεσης και άνισης μεταχείρισης μέσων.

Παρεμβάσεις στη λειτουργία Ανεξάρτητων Αρχών, όπως η ΑΔΑΕ, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων και η Επιτροπή Ανταγωνισμού, εμπίπτουν στα πεδία ρύθμισης των άρθρων 26 και 101Α, που κατοχυρώνουν τη διάκριση των εξουσιών και τη θεσμική ανεξαρτησία τους.

Ακόμη και ο νόμος για παραρτήματα ιδιωτικών (sic, μη κρατικών) πανεπιστημίων, παρότι κρίθηκε συνταγματικός, θεωρείται σοβαρή δοκιμασία του άρθρου 16, που κατοχυρώνει τον δημόσιο χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης και απαγορεύει την ίδρυση πανεπιστημίων από ιδιώτες.

Τέλος, αναφορικά με το επίμαχο άρθρο 86, η κυβέρνηση είτε προέβη σε αντισυνταγματικούς χειρισμούς για να παραπέμψει τον κ. Τριαντόπουλο στα δικαστήρια είτε οχυρώθηκε πίσω από αυτό για να προστατέψει τους υπουργούς της στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Το κοινό στοιχείο αυτών των παραβιάσεων, που παρατίθενται ενδεικτικά, δεν είναι απλώς επιμέρους νομικές διαφωνίες, αλλά η εμπέδωση της αντίληψης ότι θεμελιώδεις συνταγματικοί φραγμοί αντιμετωπίζονται ως διαπραγματεύσιμοι, ενώ η υπέρβασή τους παρουσιάζεται ως «κανονικότητα».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για αναθεώρηση αποκτά παράδοξο χαρακτήρα. Θα μπορούσε κανείς κυνικά να προτείνει να αλλάξουμε τα άρθρα που παραβιάζονται συχνά, ώστε το κείμενο να προσαρμοστεί στην πράξη. Αυτό, όμως, θα σήμαινε εγκατάλειψη της λογικής του Συντάγματος ως φραγμού στην εξουσία.

Χωρίς την παραδοχή ότι μέρος του πολιτικού προβλήματος είναι η μη τήρηση του Συντάγματος, η αναθεώρηση κινδυνεύει να είναι άσκηση βιτρίνας. Πριν αλλάξουν διατάξεις, χρειάζεται αποκατάσταση κουλτούρας συμμόρφωσης και αναγνώριση ότι το Σύνταγμα οφείλει να αντιμετωπίζεται με τον δέοντα σεβασμό από την εκτελεστική εξουσία. Ειδάλλως, δεν θα αλλάξουμε το Σύνταγμα για να τηρείται – αλλά για να ταιριάζει στην παραβίασή του.

Ο Αλέξης Αρβανίτης είναι αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.