Οταν συμβαίνει κάτι οδυνηρό, όπως ο χαμός των φιλάθλων του ΠΑΟΚ στη Ρουμανία, ο τραγικός θάνατος των εργαζόμενων γυναικών στο εργοστάσιο, το προχθεσινό δυστύχημα με τους μετανάστες στη Χίο (για να μείνω στα πρόσφατα), ο θεατής ανυπομονεί. Θέλει κάτι εξίσου ισχυρό, μια αντι-οδύνη, την απόσβεση της είδησης, συνήθως την ακαριαία εύρεση και τιμωρία του ενόχου. Ωσάν η τιμωρία να εξαφανίζει το δυστύχημα, να αποκαθιστά την ψυχική ισορροπία των τηλεθεατών. Αυτή η συμβολική συμμετρία, δυστυχήματος – τιμωρίας, απαιτεί μια ακαριαία είδηση, αντίστοιχου επικοινωνιακού ύψους. «Ο δράστης είναι αυτός». Τελεία. Ενα συγκεκριμένο πρόσωπο, ένας υπερπροσδιορισμένος ρόλος. Ο ιδεολογικός μανδύας ποικίλλει. Ομως η δομή είναι πάντα η ίδια. Συνήθως οι πληροφορίες για το περιστατικό είναι εξαιρετικά αργές σε σχέση με την ψυχική ανάγκη του τηλεθεατή.
Και πάντως, είναι πιο αργές από την επιθυμία για μεταβολισμό της είδησης. Ο θεατής θέλει τώρα αμέσως τη λύση του αινίγματος, την τιμωρία του «ενόχου» που θα ισορροπήσει τη λύπη για τους θανάτους. Τι συνέβη στη Χίο; Αν ανήκει κανείς στο δικαιωματικό ημισφαίριο του κόσμου, γνωρίζει: οι επαναπροωθήσεις φταίνε για τον θάνατο των μεταναστών. Αν ανήκει όμως στο συντηρητικό (διακομματικά) ημισφαίριο, τότε είναι απλό: μεθοδευμένο από την Τουρκία επεισόδιο, για να αμφισβητήσει το δικαίωμα έρευνας και διάσωσης της Ελλάδας. Αυτό όμως το χάσμα, οι απολύτως αποκλίνουσες ερμηνείες, αναπτύσσεται πάνω από το ίδιο γεγονός: το δυστύχημα με το φουσκωτό (και τα άπειρα προγενέστερα δυστυχήματα). Εχουμε δύο γεγονότα, γιατί έχουμε δύο ιδεολογικές αφηγήσεις. Πώς μπορεί σε δύο διαφορετικής σύστασης επεισόδια (ακόμα κι αν ανήκουν σε ένα γεγονός), αυτό που πιστεύει ακράδαντα ο δικαιωματικός και αυτό που πιστεύει (διακομματικά, επιμένω) ο συντηρητικός να θεμελιώνουν δύο τόσο αποκλίνοντες κόσμους; Και πώς μπορεί να χαραχτεί μια εσωτερικά συνεπής πολιτική αντιμετώπισης της διακυμαινόμενης αλλά συνεχούς μεταναστευτικής κρίσης, που να έχει και στρατηγικό βάθος, όταν οι λήπτες, οι ψηφοφόροι, απέχουν τόσο πολύ μεταξύ τους;
Εάν κανείς πλησιάσει το πεδίο, θα δει κοινωνικές πιέσεις από τη βιομηχανία της ξενοφοβίας να ασκούνται πάνω σε όλους τους μηχανισμούς (υπουργεία, Λιμενικούς, κόμματα κ.λπ.). Θα δει εμπορικές ιδιοτέλειες από τη σκληρότατη βιομηχανία της συμπόνιας, που ανθίζει πάνω στο Προσφυγικό, και με το πέρασμα των χρόνων θα δει όλο και λιγότερους ανθρώπους της συγκίνησης, του ανυπόκριτου εθελοντισμού. Οι επαγγελματίες εθνικιστές προστάτες μιας ανεξιχνίαστης καθαρότητας, μαζί με τους επαγγελματίες του οίκτου (που διεκδικούν και το μονοπώλιο στον χειρισμό της αποταμιευμένης συμπόνιας), στο τέλος αποκρύπτουν ή παραποιούν το γεγονός, εξουδετερώνοντας την πολιτική του δραστικότητα. Στο τέλος ένας ξενυχτισμένος λιμενικός, ένας κουρασμένος συντρέχτης, θα πληρώσουν, θα κληθούν να ικανοποιήσουν τον βουλιμικό τηλεθεατή, τον πολίτη που θέλει να τακτοποιηθεί συνειδησιακά, με την αυτόματη ίαση της πληγής. Για να συνεχίσει ήσυχος την κατανάλωση των επόμενων ειδήσεων.
Ο Δημήτρης Σεβαστάκης είναι ζωγράφος και καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ







