Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και συνεπώς πρέπει να γίνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή νηφαλιότητα, μακριά από πελατειακά κριτήρια (πρόθεση να παρουσιάσουμε έργο κ.λπ.). Επιπλέον πρόκειται για ένα πεδίο όπου θα ήταν απαραίτητο να υπάρχει σύγκλιση και συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, με το βλέμμα στο μέλλον και όχι στη σημερινή πολιτική συγκυρία. Επίσης δεν θα ήταν σωστό να γίνονται συχνά συνταγματικές αναθεωρήσεις. Το Σύνταγμα πρέπει να έχει σταθερότητα και διάρκεια. Η εύκολη προσφυγή σε τροποποίησή του μειώνει το κύρος του.

Ως προς το περιεχόμενο της αναθεώρησης, προέχουν, κατά τη γνώμη μου, οι εξής βασικές συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, για τις οποίες όμως αμφιβάλλω αν ευνοούν τα κομματικά και κυρίως τα κυβερνητικά συμφέροντα.

α) Επιλογή ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Επιλογή από την εκάστοτε κυβέρνηση δεν πείθει τον πολίτη για την αμεροληψία της. Επίσης, επιλογή με εσωτερικές διαδικασίες των Ανώτατων Δικαστηρίων ενέχει τον κίνδυνο αντιπαραθέσεων και διασπάσεων των δικαστών, εις βάρος του ήρεμου κλίματος που πρέπει να επικρατεί μεταξύ τους. Ο κίνδυνος αυτός αποφεύγεται όταν υπάρχουν εξωτερικοί κριτές. Και αυτοί πρέπει να είναι ένα πολιτειακό όργανο ιστάμενο όσο το δυνατόν υψηλότερα. Τούτο δεν μπορεί να είναι άλλο από τη Βουλή των Ελλήνων, αποφαινόμενη όμως με αυξημένη πλειοψηφία (ίσως των 2/3), ώστε να εξαναγκάζονται τα κόμματα σε σύγκλιση και συνεργασία για υπερκομματικές επιλογές.

β) Απλή αναλογική. Ευκταία μεταρρύθμιση θα ήταν η καθιέρωση στο Σύνταγμα (άρα δεσμευτικά για τον κοινό νομοθέτη) του συστήματος της απλής αναλογικής για τις βουλευτικές εκλογές. Το σύστημα αυτό εξασφαλίζει την ισότητα της ψήφου των πολιτών, οδηγεί δε συνήθως σε κυβερνήσεις συνεργασίας, στις οποίες μετέχουν δύο (ή και περισσότερα) κόμματα και οι οποίες, άρα, στηρίζονται σε σύγκλιση απόψεων και συναινέσεις που περιορίζουν τα κομματικά πάθη και συμβάλλουν στη διαμόρφωση ομαλού πολιτικού βίου. Τέτοιες κυβερνήσεις συνεργασίας έχουν καθιερωθεί στις περισσότερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, που επιπλέον διαψεύδουν το επιχείρημα της δήθεν κυβερνητικής αστάθειας. Αντίθετα, ο δικομματισμός οξύνει τα πάθη μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων που διεκδικούν τη μονοπώληση της εξουσίας. Στο σύστημα αυτό, το πνεύμα συνεργασίας και ο σεβασμός προς τον αντίπαλο, που συνιστούν μείζονα δημοκρατικά αιτήματα, υποφέρουν.

γ) Υπουργοί μη βουλευτές. Η διάκριση των λειτουργιών (εξουσιών) του κράτους σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική νοθεύεται ως προς τη διάκριση νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας, από τη στιγμή που ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί (εκτελεστική εξουσία) είναι και βουλευτές (νομοθετική εξουσία). Πρόκειται άλλωστε για υπερβολική συγκέντρωση εξουσίας. Σωστό είναι λοιπόν να καθιερώσει το Σύνταγμα το ασυμβίβαστο υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας.

δ) Κατάργηση του άρθρου 3. Οι ρυθμίσεις του άρθρου 3 του Συντάγματος είναι σε μεγάλο βαθμό αναχρονιστικές για πολιτειακό κείμενο. Λύνουν κυρίως ενδοεκκλησιαστικά θέματα (δογματικά, κανονιστικά, διοικητικά ζητήματα κ.λπ., που έτσι κι αλλιώς ισχύουν στο εκκλησιαστικό και στο κανονικό δίκαιο).

Επίμετρο για το άρθρο 16. Το άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, έχει καταπατηθεί με πρόσφατο νόμο, ο οποίος δεν είναι μόνο αντισυνταγματικός, αλλά και αναξιοκρατικός. Διότι ανοίγει την πόρτα των ιδιωτικών ΑΕΙ (τα οποία ο νόμος αυτός ιδρύει) στους υποψήφιους φοιτητές που αποτυγχάνουν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις για τα δημόσια πανεπιστήμια, αλλά και σ’ αυτούς που θέλουν να τις αποφύγουν. Περαιτέρω, τα εν λόγω ιδιωτικά (μη δημόσια) ΑΕΙ, ονομαζόμενα προς εξωραϊσμό «Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης», είναι μόνο κατ’ επίφαση μη κερδοσκοπικά. Πράγματι οι δυνατότητες κερδοσκοπίας (π.χ. μέσω διδάκτρων κ.λπ.) εναπόκεινται στη βούληση των ιδιοκτητών τους.

Θέλω να πιστεύω ότι η σημερινή ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, που προετοιμάζει τη θέσπιση Εθνικού Απολυτηρίου για την είσοδο στα δημόσια ΑΕΙ, θα προβλέπει την εφαρμογή του και για τα παραπάνω μη δημόσια ΑΕΙ. Τούτο δε, τόσο για λόγους ισότητας στον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, όσο και για να μην ενισχυθεί η κερδοσκοπία των μη δημόσιων ΑΕΙ, με τη δημιουργία γι’ αυτά πελατείας από όσους αποτυγχάνουν να αποκτήσουν το Εθνικό Απολυτήριο.

Ο Μιχάλης Σταθόπουλος είναι επίτιμος καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, ακαδημαϊκός

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.