Η ζωή στην Αθήνα έχει αλλάξει. Αλλοτε κεντρικά της σημεία έχουν μετακινηθεί. Μεγάλο μέρος των κατοίκων ζει και λειτουργεί εκτός παλιού κέντρου. Ακόμη και οι πιο παλιές τελετουργίες τού να κατέβεις στην Αγορά, να ψωνίσεις, έχουν μεταβληθεί. Λόγω ψηφιακότητας. Μαζί με όλες τις αλλαγές, μέσα σε αυτές καλύτερα, η Ομόνοια μοιάζει σήμερα να κάνει ένα μετέωρο βήμα.

Τα καινούργια ξενοδοχεία ή εκείνα που ανασκευάστηκαν, αρχίζουν να κυκλώνουν την πλατεία. Οι πάλαι προσόψεις παλιών κτιρίων γίνονται χάι τεκ ρεσεψιόν. Ο μεσαίος και μικρός μεταπρατισμός κρατάει με το ζόρι, μαζί του μια Αθήνα της προφορικότητας, της συναλλαγής, του ενσώματου συγχρωτισμού. Παλιά και ιστορικά στέκια-μαγαζιά αντέχουν. Στάνη, Κτιστάκης, Μπακάκος, Λουμίδης, Λευτέρης, Αρνόκουρος, Αθηναϊκόν. Συχνά ή και πάντα υπό τη ρομφαία ενός νέου καταναλωτικού κοινού που τα ανακαλύπτει από ταξιδιωτικούς οδηγούς και τα αξιολογεί στο Διαδίκτυο. Η Ομόνοια πια δεν είναι καν εκείνη των αρχών του 2000.

Το ίδιο το σχήμα της δεν παραπέμπει σε πλατεία. Τα μεγάλα παλιά περίπτερα αναγκάζονται να τραβήξουν πίσω τα καφάσια με τα παλιά βιβλία ή περιοδικά. Αλυσίδες καφέ έχουν κυριαρχήσει έναντι του μεσαίου παλιού αστικού καφενείου ή του διανυκτερεύοντος παλιού γαλακτοπωλείου. Οι στοές γύρω από την Ομόνοια δεν έχουν πια τακουνάδικα, εξπρές αντικατάσταση σόλας ή χαρτικά, αλλά μαζικά ρουχάδικα φτηνά και είδη τηλεφώνων.

Θα αναρωτηθείτε αν με το σημερινό μας σημείωμα θέλουμε απλά και ολίγον σχηματικά να εγγραφεί σε άρθρα που αναπολούν τα παλιά τοπόσημα ή τις παλιές εποχές, λες και εκείνες δεν είχαν στον κορμό τους την κατανάλωση ή συχνά και το κιτς. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να υπάρξει ένα νέο σχέδιο για την Ομόνοια ώστε να αρέσει στους τουρίστες. Δεν περνάει κάποιου είδους αξιολόγηση.

Το μείζον θέμα είναι πώς φανταζόμαστε την επόμενη δεκαετία την Αθήνα, τα στέκια της, τη ζωή σε αυτή. Για γενιές και γενιές η Ομόνοια ήταν σημείο συνάντησης: οπαδών, πολιτικών, μεταναστών, σημείο ομοερωτικής ανταλλαγής, μικρών δισκογραφικών εταιρειών, οικοδόμων και μπογιατζήδων, επαρχιωτών που έρχονταν στη μεγάλη πόλη για μια νύχτα, περαστικών και μαχόμενων μεσαίων, λαχειοπωλών και μεταπρατών, εφημεριδοπωλών (σήμερα επιζεί ένα πάγκος Τύπου από τη μεριά της οδού Αθηνάς κι ένας ακόμη δίπλα στο παλιό Οφθαλμιατρείο). Η Ομόνοια είχε πολλά καλά και κακά. Καφενεία, μαγειρεία, πατσατζίδικα σαν του Ασλανίδη στην Αγίου Κωνσταντίνου, παλιά βιβλιοπωλεία και παλαιοπωλεία στη Μενάνδρου, λουτρά στην Ξούθου και στη Ζήνωνος, σινεμάδες και κουρεία για μικρά βαλάντια (χωρίς κουρείς ντυμένους σαν ξιφομάχους). Κλαριντζίδικα σαν τον Ελατο ή στη Βάθης σαν τα Αγρίμια. Δεν ήταν όμως μια πλατεία αποξενωμένη, αδιάφορη, εχθρική. Δεν ήταν μια πλατεία σχεδόν παράταιρη με την πόλη, ή ένα μέρος που οι πολίτες δεν θέλανε να το βλέπουν ή θέλανε να το ξεχνάνε. Καμία ευρωπαϊκή πόλη δεν μισεί το κέντρο της και δεν το έχει εκχωρήσει σε μια καλπάζουσα εστίαση και διαμονή. Δεν το προσαρμόζει ανάλογα των τουριστικών αφίξεων, δεν γκρεμίζει τα ιστορικά της κτίρια που συχνά διασώζουν παλιούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς. Μια πόλη χωρίς κεντρική πλατεία και τοπόσημα δεν είναι μια πόλη ελκυστική ή ζωντανή.

Τα ερωτήματα και τα θέματα για την Ομόνοια εγείρονται προς τον δήμαρχο, τον περιφερειάρχη, αλλά και την εκάστοτε κυβέρνηση με τους φορείς της. Βασικά τα ερωτήματα πάνε προς τους Αθηναίους. Τέλος πάντων όσους διαμένουν στην πόλη και έχουν μια κάποια ιστορική συνείδηση.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.