Η δημόσια αποπομπή του στρατηγού Ζανγκ Γιουσία από τον Σι Τζινπίνγκ δεν είναι απλώς ένα ακόμα επεισόδιο στην πολυετή εκστρατεία εκκαθαρίσεων που έχει εξαπολύσει ο κινέζος πρόεδρος στις τάξεις του στρατού. Αποτελεί μια καμπή με βαριές πολιτικές και στρατηγικές συνέπειες, η οποία αναδεικνύει τόσο τις εσωτερικές ανασφάλειες της κινεζικής ηγεσίας όσο και τα όρια της στρατιωτικής της ισχύος σε μια περίοδο αυξανόμενης έντασης γύρω από την Ταϊβάν. Παρότι την ημέρα της καθαίρεσης ο κινεζικός στρατός συνέχισε απρόσκοπτα τις ασκήσεις του γύρω από το νησί, η εικόνα μιας επιμελημένης κανονικότητας δεν κατάφερε να κρύψει το γεγονός ότι η ανώτατη στρατιωτική διοίκηση της Κίνας έχει εισέλθει σε αχαρτογράφητα νερά, όπως τονίζουν αναλυτές και αξιωματούχοι των υπηρεσιών πληροφοριών.
Ενώ ορισμένοι ειδικοί θεωρούν ότι η αποπομπή αυτή δεν θα διαταράξει σοβαρά τον στρατό που ήδη την ώρα που συνέβαινε έστελνε δεκάδες αεροσκάφη και πολεμικά πλοία γύρω από την Ταϊβάν, κάποιοι εκτιμούν πως θα μπορούσε να καθυστερήσει την πρόοδο προς τους στόχους που έχει θέσει ο Σι – συμπεριλαμβανομένης, σύμφωνα με τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, της ετοιμότητας για εισβολή στην Ταϊβάν έως το 2027.
Ο Ζανγκ Γιουσία δεν ήταν ένας τυχαίος αξιωματικός. Βετεράνος του πολέμου με το Βιετνάμ και επί χρόνια το «δεξί χέρι» του Σι στον εκσυγχρονισμό του στρατού, κατείχε τη θέση του πρώτου αντιπροέδρου της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής – του οργάνου που συγκεντρώνει στα χέρια του τη στρατηγική και επιχειρησιακή καθοδήγηση των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων. Σε μια χώρα όπου η πραγματική πολεμική εμπειρία είναι σπάνια στα ανώτατα κλιμάκια, η παρουσία του Ζανγκ λειτουργούσε ως κρίσιμος σταθεροποιητικός παράγοντας.
Η αποπομπή του, μαζί με εκείνη του αρχηγού του επιτελείου Λιου Τζενλί, ολοκλήρωσε ουσιαστικά την αποδόμηση της συλλογικής ηγεσίας της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής. Σήμερα, το όργανο αυτό έχει απομείνει σχεδόν κενό, με τον Σι να συγκεντρώνει ακόμα περισσότερο την εξουσία γύρω από τον εαυτό του. Για πολλούς αναλυτές, αυτό αποτελεί ένδειξη όχι ισχύος αλλά ανασφάλειας: ο κινέζος πρόεδρος φαίνεται να φοβάται τόσο τη διαφθορά όσο και την ανεπαρκή πίστη των ανώτερων διοικητών του.
Από το 2012, ο Σι έχει απομακρύνει τουλάχιστον 80 ανώτατους αξιωματικούς, με τις μισές περίπου εκκαθαρίσεις να έχουν πραγματοποιηθεί μόνο από το 2023 και μετά. Η κλίμακα και η ένταση αυτής της εκστρατείας δεν έχουν προηγούμενο στη σύγχρονη ιστορία του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΛΑΣ – δηλαδή των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων). Αν και επισήμως οι έρευνες αφορούν παραβιάσεις κανόνων πειθαρχίας και διαφθορά, πολλοί εκτιμούν ότι οι πραγματικοί λόγοι σχετίζονται με πολιτικές διαφωνίες, προσωπικές ισορροπίες ισχύος και διαφορετικές εκτιμήσεις για τη στρατηγική απέναντι στην Ταϊβάν.
Εδώ εντοπίζεται και ο πιο κρίσιμος παράγοντας. Σύμφωνα με δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών, ο Σι έχει θέσει ως ανεπίσημο ορόσημο το 2027 για την επίτευξη στρατιωτικής ετοιμότητας που θα επέτρεπε μια εισβολή στην Ταϊβάν.
Ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν ότι ο Ζανγκ προτιμούσε μια πιο σταδιακή προσέγγιση, επιμένοντας στην αντιμετώπιση χρόνιων αδυναμιών του ΛΑΣ πριν από οποιαδήποτε μεγάλης κλίμακας επιχείρηση. Αν αυτό ισχύει, τότε η απομάκρυνσή του ίσως σηματοδοτεί την επικράτηση μιας πιο βιαστικής και ενδεχομένως πιο ριψοκίνδυνης στρατηγικής.
Βραχυπρόθεσμα, αρκετοί ειδικοί θεωρούν ότι οι εκκαθαρίσεις θα επιβραδύνουν την επιχειρησιακή ετοιμότητα του κινεζικού στρατού. Η αντικατάσταση σχεδόν ολόκληρης της ανώτατης ηγεσίας σε τομείς όπως ο σχεδιασμός, η εκπαίδευση και η διοίκηση δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει κενά και ασυνέχειες. Η απουσία έμπειρων στελεχών που θα μπορούσαν να μιλήσουν ειλικρινά στον Σι για τους κινδύνους και τα κόστη μιας σύγκρουσης εντείνει αυτή την ανησυχία.
Μακροπρόθεσμα όμως το αποτέλεσμα μπορεί να είναι το αντίθετο. Οι νεότεροι αξιωματικοί που προωθούνται τείνουν να είναι πιο επαγγελματίες, ιδεολογικά πιο ευθυγραμμισμένοι και σαφώς πιο εξαρτημένοι από τον ίδιο τον Σι. Ενας στρατός λιγότερο διεφθαρμένος αλλά και λιγότερο πρόθυμος να αμφισβητήσει την πολιτική ηγεσία θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο πειθαρχημένος αλλά και πιο επικίνδυνος.
Το τι οδήγησε τελικά τον Σι να στραφεί εναντίον του Ζανγκ εγείρει έντονες εικασίες στο Πεκίνο και πέραν αυτού, αναφέρει δημοσίευμα των «New York Times». Κάποιοι πιστεύουν ότι ίσως τον θεώρησε υπερβολικά ισχυρό, αφού οι δικοί του αντίπαλοι είχαν ήδη εκκαθαριστεί σε προηγούμενες εκστρατείες. Αλλοι εκτιμούν ότι ο Σι κατέληξε στο συμπέρασμα πως η συστημική διαφθορά ήταν τόσο βαθιά που απαιτούνταν ριζική «χειρουργική επέμβαση» για να ανοίξει δρόμο για μια νέα γενιά διοικητών. Αλλες κατηγορίες είναι ακόμα πιο σοβαρές: Η «Wall Street Journal» ανέφερε επικαλούμενη ανώνυμες πηγές ότι ο Ζανγκ είχε κατηγορηθεί για διαρροή πυρηνικών μυστικών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Τρίσταν Τανγκ, ερευνητής του Pacific Forum που εκτιμά ότι ο Ζανγκ απομακρύνθηκε γιατί δεν ακολούθησε τον οδικό χάρτη του Σι, επισημαίνει ότι αν και ο κινεζικός στρατός δεν φαίνεται πιθανό να εισβάλει στην Ταϊβάν στο άμεσο μέλλον, οι ασκήσεις μπορεί να γίνουν πιο συχνές και πιο επιθετικές. Αλλοι ωστόσο δεν συμμερίζονται το ότι οι διαφορές στις προτεραιότητες εκσυγχρονισμού ή στην ταχύτητα υλοποίησης προκάλεσαν την πτώση του Ζανγκ.
Οπως αναφέρει δημοσίευμα των «Financial Times», ο Ντένις Μπλάσκο, πρώην αξιωματικός του αμερικανικού στρατού και ερευνητής του ΛΑΣ, τόνισε ότι οι αλλαγές ηγεσίας έχουν μικρή άμεση επίδραση στις επιχειρησιακές μονάδες. Η λειτουργία της Επιτροπής είχε ήδη μειωθεί με τη δημιουργία του Κέντρου Κοινών Επιχειρήσεων.
Η εκκαθάριση του Ζανγκ Γιουσία δεν προσφέρει σαφείς απαντήσεις. Πίσω από την επίδειξη ισχύος και τις καθημερινές στρατιωτικές ασκήσεις, η Κίνα αναδιαμορφώνει βίαια τον μηχανισμό που θα κληθεί να υλοποιήσει τις πιο φιλόδοξες στρατηγικές της επιδιώξεις και το πού θα οδηγήσει αυτή η πορεία δεν φαίνεται προβλέψιμο.







