Είναι αληθές ότι η διάταξη του άρθρου 299 ΠΚ δεν περιλαμβάνει την έμφυλη διάσταση του εγκλήματος, δηλαδή την αφαίρεση ζωής λόγω σεξιστικών κινήτρων ή χαρακτηριστικών, κατά τον ορισμό της γυναικοκτονίας, η οποία πρόκειται για δολοφονία γυναικών εξαιτίας του φύλου τους. Ωστόσο, η συμβολική εισαγωγή ενός ιδιώνυμου εγκλήματος γυναικοκτονίας στην Ελλάδα και η, κατ’ αυτόν τον τρόπο, νομική επικύρωση και κατάφαση αυτού του αδικήματος, ως αυξημένης απαξίας, ακόμα και εάν ξεπεραστούν οι αντίθετες φωνές, περί παραβίασης στην περίπτωση αυτή των θεμελιωδών αρχών της ισότητας απέναντι στον νόμο, της καθολικότητας των νόμων και της αρχής της απαγόρευσης διακρίσεων με βάση το φύλο, θα είχε νόημα, από ποινικοδογματική σκοπιά, μόνο εάν η θεσμοθέτηση αυτή απέτρεπε την επίκληση της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή της συνθήκης του βρασμού ψυχικής ορμής, ή αυστηριοποιούσε τη διαδικασία της υφ’ όρον απόλυσης του κατάδικου, κάτι που κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτό, αφού παραβιάζονται βασικές αρχές του ποινικοδικαιϊκού μας συστήματος, και υποσκάπτεται η συστηματική συνοχή του Ποινικού Δικαίου.
Η πρόβλεψη των ελαφρυντικών περιστάσεων και του μειωμένου καταλογισμού επιβάλλεται από την αρχή της επιείκειας και του νομικού πολιτισμού μας και, εφόσον συντρέχουν, το δικαστήριο, απέναντι σε οποιονδήποτε κατηγορούμενο, πρέπει να οδηγείται σε παραδοχή τους, άλλως διαπράττει ευθεία παράβαση του νόμου, η οποία ελέγχεται αναιρετικώς από τον Αρειο Πάγο. Ενας a priori αποκλεισμός όλων των ελαφρυντικών βλάπτει τις ανάγκες της ειδικής πρόληψης. Συνεπώς δεν μπορεί να τεθεί θεμα in abstracto περαιτέρω αυστηρότητας για την επιβούλευση οποιασδήποτε ανθρώπινης ζωής, ενώ, ούτως ή άλλως, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, παρέχει στον εφαρμοστή του δικαίου, αρκετή ευελιξία ώστε να επανεκτιμήσει όλα τα δεδομένα, υπέρ ή κατά του δράστη, κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, να επαυξήσει την ποινή σε περίπτωση εγκλήματος που τελείται λόγω γενετήσιου προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, ενώ το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα για τον δράστη κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Παράλληλα, μπορεί να τύχει και εδώ εφαρμογής ο αντιρατσιστικός Νόμος 927/1979, όπως συμπληρώθηκε με τον Ν. 4285/2014, δεδομένου ότι ο Νόμος αυτός στο άρθρο 1 αυτού εγκληματοποιεί ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων που προσδιορίζονται με βάση, μεταξύ άλλων, την ταυτότητα φύλου. Συνεπώς, η τυποποίηση της γυναικοκτονίας δεν θα συνιστά τίποτα παραπάνω από lex imperfecta, καθώς στον ποινικό μας κώδικα απειλείται έτσι κι αλλιώς η ανώτερη ποινή για την ανθρωποκτονία.
Θα χρησιμοποιήσω ως κατακλείδα το ρηθέν από τον καθηγητή Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών: «Η ποινική προστασία της ανθρώπινης ζωής χωρεί απολύτως, άνευ όρων υφ’ οιανδήποτε μορφήν και αν απαντά και υφ’ οιασδήποτε συνθήκας».
Ο Μάριος Σαμπράκος είναι δικηγόρος







