Στη σύγχρονη στρατηγική σκέψη, η αποτροπή και η αποκλιμάκωση μέσω ελεγχόμενης κλιμάκωσης συγχέονται συχνά. Παρότι τα δύο δόγματα μοιράζονται κοινά θεωρητικά θεμέλια, εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς και εφαρμόζονται σε διαφορετικές φάσεις της στρατηγικής αλληλεπίδρασης.

Η αποτροπή (deterrence) αποτελεί πρωτίστως στρατηγική πρόληψης και πειθούς. Στόχος της είναι να πείσει τον αντίπαλο να μην αναλάβει επιθετική ενέργεια, επειδή το αναμενόμενο κόστος θα υπερβαίνει το πιθανό όφελος. Στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες: την ικανότητα επιβολής κόστους, την αξιοπιστία της βούλησης και της δυνατότητας δράσης, τη σαφή και συνεπή επικοινωνία, καθώς και τη σχετική προβλεψιμότητα της συμπεριφοράς.

Η αποκλιμάκωση μέσω ελεγχόμενης κλιμάκωσης ανήκει στο πεδίο της ενεργητικής διαχείρισης κρίσεων. Ενεργοποιείται όταν η αποτροπή έχει ήδη αποτύχει.

Μια προσεκτικά σχεδιασμένη, περιορισμένη και ελεγχόμενη κλιμάκωση μπορεί να αυξήσει το κόστος της συνέχισης των ανεπιθύμητων ενεργειών για τον αντίπαλο και να τον ωθήσει σε παύση ή υποχώρηση. Το κράτος που κλιμακώνει στέλνει το μήνυμα ότι διαθέτει τόσο τη δυνατότητα όσο και τη βούληση να προχωρήσει περαιτέρω, αλλά ταυτόχρονα δείχνει ότι επιθυμεί να σταματήσει πριν η κατάσταση ξεφύγει από τον έλεγχο.

Η επιτυχία της ελεγχόμενης κλιμάκωσης με στόχο την αποκλιμάκωση προϋποθέτει τρία κρίσιμα στοιχεία: αναλογικότητα μέτρων, αυστηρό πολιτικο-στρατιωτικό έλεγχο και, κυρίως, ύπαρξη μιας αξιόπιστης και αξιοπρεπούς εξόδου (off-ramp) για τον αντίπαλο.

Η κρίση των Ιμίων ανέδειξε με ιδιαίτερη σαφήνεια τις συνέπειες της μη έγκαιρης διάκρισης μεταξύ αποτροπής και ελεγχόμενης κλιμάκωσης για αποκλιμάκωση. Οι δύο χώρες έστειλαν διαφορετικά στρατηγικά μηνύματα μέσω της ανάπτυξης των δυνάμεών τους. Η Ελλάδα πρόβαλε ισχύ κυρίως μέσω της ανάπτυξης ναυτικών μονάδων στο Αιγαίο, επιδιώκοντας να σηματοδοτήσει αποφασιστικότητα και έλεγχο της θαλάσσιας περιοχής. Η Τουρκία, αντίθετα, διατήρησε περιορισμένο και ελεγχόμενο ναυτικό αποτύπωμα στο Αιγαίο, ενώ ενεργοποίησε σημαντικές δυνάμεις στις μικρασιατικές ακτές, στέλνοντας διττό μήνυμα. Περιορισμένη πρόθεση τοπικής σύγκρουσης, αλλά ετοιμότητα ευρύτερης κλιμάκωσης σε άλλα πεδία.

Η ελληνική αποτροπή στηριζόταν σε προβολή ναυτικής ισχύος στο πεδίο και υψηλό επίπεδο ετοιμότητας, πλην όμως αποδυναμώθηκε από ασαφή πολιτικά μηνύματα, ελλιπή επικοινωνία και απουσία κοινής αντίληψης μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας (κανόνες εμπλοκής κ.λπ. ως προς τα όρια κλιμάκωσης και την επιθυμητή τελική κατάσταση (End State).

Η τουρκική πλευρά προχώρησε σε μια σαφή και στοχευμένη ενέργεια ποιοτικής κλιμάκωσης, με την αποβίβαση ειδικών δυνάμεων στη νησίδα. Η ενέργειά της  δημιούργησε τετελεσμένο χαμηλής έντασης αλλά υψηλού συμβολισμού, χωρίς να οδηγεί αυτομάτως σε γενικευμένη σύγκρουση. Λειτούργησε ως πράξη εξαναγκασμού (compellence) με ελεγχόμενη κλιμάκωση, μεταφέροντας την πίεση στην ελληνική πλευρά και παρέχοντας ταυτόχρονα ένα «σημείο εξόδου» που διευκόλυνε τη διεθνή διαμεσολάβηση.

Η σύγχρονη εμπειρία δείχνει ότι πολλές κρίσεις δεν ξεκινούν αποκλειστικά από κρατικές στρατιωτικές ενέργειες, αλλά και από πολίτες, ιδιωτικούς φορείς, εμπορικές δραστηριότητες κ.λπ. Σε τέτοιες κρίσεις, η κλασική στρατιωτική αποτροπή δεν λειτουργεί αποτελεσματικά. Απαιτείται συνεκτική κρατική λειτουργικότητα με καθημερινή παρουσία, επιτήρηση, επιβολή δικαιοδοσίας και θεσμική μνήμη. Η κατανόηση δε της διαφοράς μεταξύ αποτροπής και αποκλιμάκωσης μέσω κλιμάκωσης δεν αποτελεί θεωρητική άσκηση. Είναι προϋπόθεση στρατηγικής ωριμότητας και εθνικής ασφάλειας.

Ο Στέλιος Φενέκος είναι υποναύαρχος ε.α.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Footballtalk