Το φαινόμενο: οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι δεν είναι ένα απλό επεισόδιο στην ιστορία του καπιταλισμού. Αντικατοπτρίζει τη βαθύτερη λογική του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της οικονομίας. Οι οικονομικώς ισχυρές κοινωνικές ομάδες αποφασίζουν και πράττουν με στόχο την αύξηση των κερδών τους. Από την άλλη, μέχρι και πρόσφατα (την εποχή της παγκοσμιοποίησης) η πολιτική έθετε ως στόχο της την επίτευξη του «ευ ζην» για το σύνολο του πληθυσμού. Και πράγματι μπορεί να κάνει κανείς μια ταξινόμηση (ή ορθότερα μια ιστορική περιοδολόγηση) της ιστορικής εξέλιξης της ανθρωπότητας με κριτήριο την ορθολογική σχέση του αχαλίνωτου καπιταλισμού και της ηθικής πολιτικής πράξης.

Ορθώς η μεταπολεμική περίοδος ονομάστηκε περίοδος του «δημοκρατικού καπιταλισμού» αφού κατά την ιστορική αυτή φάση η θετική διαμεσολάβηση ανάμεσα στο καπιταλιστικό κέρδος και το δημοκρατικό πολιτικό στοιχείο είχε επιτευχθεί σε αρκετά υψηλό επίπεδο. Τα πράγματα όμως κατά τα τελευταία τριάντα – σαράντα χρόνια (μετά το έτος – τομή 1989) έχουν αλλάξει ριζικά. Και στις μέρες μας οι ριζικές αλλαγές συνεχίζονται. Εξάλλου ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο, η οποία έχει ονομαστεί, κατά περιγραφικό τρόπο, «αλλαγή εποχής» (Zeitwende).

Σ’ αυτό το ιστορικό και πραγματολογικό πλαίσιο η Ελλάδα ως οικονομικό σύστημα και ως πολιτική μορφή ζωής ακολούθησε τη δική της πορεία εντός των ορίων του «δημοκρατικού καπιταλισμού» με εξαίρεση την επτάχρονη δικτατορία (1967-1974). Υπάρχουν έγκυρες μελέτες και αναλυτικές έρευνες, στις οποίες καταγράφεται αυτή η πορεία της χώρας μας. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να εξετάσουμε ποιες σχέσεις αναπτύσσονται ανάμεσα στο κεφάλαιο, την εργασία, το κράτος και την πολιτική γενικότερα σήμερα στην ελληνική κοινωνία.

Πρώτη διαπίστωση είναι η εξής: ο καπιταλιστικός πολιτικοοικονομικός σχηματισμός εδραιώνεται. Και ταυτόχρονα παρατηρούνται φαινόμενα όπως είναι π.χ. το φαινόμενο του λαϊκισμού ή η φθίνουσα πορεία της πολιτικής ενσωμάτωσης του πληθυσμού (βλ. αποχή από τις εκλογές), τα οποία υπονομεύουν την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Τα φαινόμενα της πολιτικής παθογένειας είναι η άλλη όψη της ανορθολογικής διαχείρισης του καπιταλιστικού κεφαλαίου. Δεύτερη, λοιπόν, διαπίστωση είναι η εξής: στις σχέσεις κεφαλαίου – κράτους εντοπίζονται εσωτερικές τριβές που μακροπρόθεσμα θα οδηγήσουν σε ενδεχόμενη κοινωνική κρίση. Εάν στόχος μας είναι η διαφύλαξη της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας στη χώρα μας, τότε δεν θα έπρεπε να επιτρέψουμε να εμφανιστεί η συνθήκη την οποία ονομάζω «η Ελλάδα των δύο επιπέδων».

Για να σκιαγραφήσω αυτή τη συνθήκη θα αναφερθώ μόνο στον τρόπο με τον οποίο η κρατική εξουσία (επί του προκειμένου, η κυβέρνηση Μητσοτάκη) διαχειρίστηκε τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Το σύνολο σχεδόν της χρηματοδότησης (με ελάχιστες εξαιρέσεις) απορροφήθηκε από το «μεγάλο κεφάλαιο» (υπάρχουν στη δημόσια σφαίρα οι σχετικές έρευνες). Ολόκληρες κοινωνικές τάξεις, κοινωνικά στρώματα, ενώσεις επιχειρηματιών, σύνδεσμοι εταίρων κ.λπ. βρέθηκαν εκτός του χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου. Ετσι δημιουργήθηκε το ένα επίπεδο της Ελλάδας: το καπιταλιστικό κεφάλαιο διογκώθηκε – οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι. Από την άλλη, ολόκληρα τμήματα του πληθυσμού διαβιούν  στα όρια της φτώχειας. Το κράτος φαίνεται πως στάθηκε ανίκανο να εγγυηθεί την ορθολογική ισορροπία ανάμεσα στο κεφάλαιο και την κοινωνική ευημερία. Εκανε όμως ένα αποφασιστικό βήμα για να υπονομεύσει την πολιτική και κοινωνική σταθερότητα!

Ο Θεόδωρος Γεωργίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Baskettalk